Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Αυτό πονάει.

Κάποια στιγμή πάνω σε μία συζήτηση που είχα, μου ζητήθηκε να ορίσω τι σημαίνει πόνος. 
Η απάντηση δεν είναι εύκολη, εννοώ ότι δεν δίνεται ελαφρά την καρδία διότι απαιτεί ν ανατρέξει κανείς στο βιβλίο της ζωής του για ν απαντήσει.
Έτσι, αρχικά είπα ότι δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να μιλήσω για τον πόνο. Δε μιλάς γι αυτόν, είπα. Μόνο τον βιώνεις.
Ο πόνος για τον καθένα είναι διαφορετικός. 

Μέσα από αυτόν είτε ατσαλώνεσαι είτε αφήνεσαι να σε καταπιεί, οδηγώντας σε στην αυτοκαταστροφή. Αποτελεί αναγκαίο κακό για να μάθεις. Καταπραΰνεται μερικές φορές με παυσίπονα, φάρμακα ή ναρκωτικά. Με αγκαλιές και χάδια. Με αγάπη. Με όποιο παυσίπονο θέλει ο καθένας μας για ν’ ανακουφίσει αυτό το υποφέρω.
Και όταν μιλάμε για πόνο δεν εννοούμε για παράδειγμα τον πονόδοντο, που κατά την άποψή μου αποτελεί ένα από τους πιο ισχυρούς σωματικούς πόνους. Και μη σπεύσετε οι μανούλες να μου πείτε για τους πόνους της γέννας, διότι έχω γεννήσει φυσιολογικά και χωρίς επισκληρίδιο και τους έφαγα όλους τους πόνους με το κουτάλι, οπότε μιλάω εκ πείρας.
Μιλάω για πόνο ψυχής.  

Πόνος είναι να θέλεις και να μη μπορείς γιατί δεν περνάει από το χέρι σου. 
Να θέλεις να βοηθήσεις, ν ανακουφίσεις κάποιον που υποφέρει από σωματικούς ή ψυχικούς πόνους όταν τον έχει καταφάει μια σιχαμένη αρρώστια. Να τον βλέπεις να λιώνει μέρα με τη μέρα και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Να δέχεσαι τα συλλυπητήρια και να έχεις μέσα σου μίσος, θλίψη και πόνο επειδή δεν κατάφερες να τον σώσεις και έφυγε από κοντά σου.
Ναι, πόνος είναι η απώλεια αγαπημένου προσώπου.
Του παιδιού σου για παράδειγμα, που πόνεσες για να το φέρεις στον κόσμο και να το δεις κάποια στιγμή να στο φέρνουν στην κάσα, αντί να είσαι εσύ αυτός που θα φύγεις πρώτος.
Πόνος είναι να ξέρεις ότι ο φίλος σου πεθαίνει αργά κάθε μέρα έχοντας βυθιστεί στον κόσμο των φαντασμάτων, σ αυτόν που για να νιώθεις ότι ζεις πρέπει να πάρεις τη δόση σου και να μην μπορείς να τον τραβήξεις από εκεί. Όχι γιατί δεν προσπάθησες. Αλλά γιατί τελικά δεν μπόρεσες.
Πόνος είναι να σε πληγώνουν είτε σωματικά είτε λεκτικά οι δικοί σου άνθρωποι, εκείνοι που θα έπρεπε να σε προστατεύουν και να σε φυ(ι)λάνε. Να βιώνεις τη σωματική κακοποίηση ή τη φραστική επίθεση από το γονιό σου τον ίδιο.
Πόνος είναι να μην περάσεις ποτέ παιδική ηλικία, να μην χαρείς την ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, την αγάπη, τη φροντίδα, τη θαλπωρή, αλλά αντίθετα να νιώσεις τον φόβο, την αηδία, την πείνα, το βιασμό, τον πόλεμο.
Πόνος είναι να σε ξεριζώνουν από το σπίτι σου και απ ό, τι θεωρείς οικείο.
Να είσαι έρμαιο των παιχνιδιών που παίζουν άλλοι πίσω ή πάνω στην πλάτη σου.
Να ψάχνεις στα σκουπίδια για να βρεις να φας ή να δώσεις στο παιδί σου να φάει και να κοιμάσαι στο δρόμο για σκεπή ένα χαρτόκουτο.
Πόνος είναι να κάνεις όνειρα, κι αυτά να καίγονται κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα. 

Όχι γιατί δεν προσπάθησες να τα πραγματοποιήσεις, αλλά γιατί κάποιοι άλλοι σε θεωρούν ένα κομμάτι κρέας, αντικαταστάσιμο. Να σου τρώνε την ψυχή δαγκωνιά δαγκωνιά και συ να τους αφήνεις.
Πόνος είναι να πάψεις να κάνεις όνειρα.
Πόνος είναι ν’ αγαπήσεις και να προδοθείς. Να νιώσεις την πισώπλατη μαχαιριά. Και δε μιλάω κατ’ ανάγκη την μαχαιριά του έρωτα, αλλά και του φίλου. Να δώσεις εμπιστοσύνη και να πάρεις προδοσία. 

Πόνος είναι να συνεχίσεις. 












Πρώτη σημοσίευση εδώ στις 24.8.2012

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Δε σας μοιάζω

Χθες ψιλοέβρεχε.
Κάτι τέτοιες μέρες με πιάνει μια ψιλομελαγχολία, είτε πικρή είτε γλυκιά και μιας και έχω λίγο παραπάνω χρόνο ελεύθερο, ακόμα χειρότερα.
Σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι.
Ο νους μου ανατρέχει σε εικόνες, δράσεις και αντιδράσεις, λόγια.
Ακούω λίγο μουσική, διαβάζω πίνοντας τον καφέ μου και μοιραία με τραβάει το πληκτρολόγιο.
Εκεί ξεσπάω κάτι τέτοιες μέρες. Είναι καλύτερο απ το να σκέφτομαι.
Γιατί τότε μου έρχονται στο νου λόγια χωρίς περιεχόμενο και αντίκρισμα.
Άδεια, κούφια, μπαρούφες, φούσκες, λόγια απλά για να λέγονται, για να χαϊδεύουν αυτιά και να κοιμίζουν συνειδήσεις.
Εκείνα που είναι τρύπια και δε συνοδεύονται από την ευθύνη.
Μου έρχονται όνειρα και επιθυμίες τις οποίες νιώθω να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από κοντά μου, διότι κάποιοι φρόντισαν γι αυτό.
Μπορεί να είμαι μελαγχολική από τη φύση μου, ή να γκρινιάζω απλά, αλλά μου βγαίνει.
Σιχάθηκα την έλλειψη σοβαρότητας και το πλεόνασμα σοβαροφάνειας.
Σιχάθηκα τις μεγαλοστομίες και δηλώσεις που δεν γίνονται πιστευτές ούτε από το ίδιο το άτομο που τις ξεστομίζει.
Σιχάθηκα το «Άρτος και θεάματα», να χορταίνει το στομάχι και να πεινάει η ψυχή.
Η συνήθης πολιτική της εξαθλίωσης.
Σιχάθηκα όλους εκείνους που αρκούνται μόνο σε εφήμερες απολαύσεις - διασκεδάσεις, και τρώνε αυτό το κουτόχορτο προς αποτροπή της προσοχής τους από την κακή κατάσταση των πραγμάτων της Πολιτείας ή προς αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων με επικείμενη λύση διάφορη από τη θέλησή τους.
Σιχάθηκα να βλέπω να φοράνε παρωπίδες και να ζούνε δήθεν ευτυχισμένοι στον μικρόκοσμό τους.
Σιχάθηκα να βλέπω ανθρώπους με βασιλεμένα ιδανικά έρμαια της ζωής,  χωρίς σκοπούς και βούληση, σαν άλλες χοϊκές φιγούρες που χουν χάσει τον προσανατολισμό τους και περιφέρονται μάταια και άσκοπα.
Σιχάθηκα να συναντώ πρόσωπα που κινούνται γύρω από τον έρωτα κυνικά και αρνητικά.
Στρέφω το βλέμμα μου μακριά από εκείνες τις μορφές, που αλλοτριωμένες και σπασμωδικές μέσα στο ψυχρό φως μιας γκρίζας ζωής, είναι ανίκανες ν’ αναλάβουν τις ευθύνες των λόγων  και των πράξεών τους.
Δε σας μοιάζω.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Η ανθρώπινη ζωή έχει την αξία που της δίνεις


Η Ειρήνη  με τη τσάντα στο χέρι ετοιμάζεται να φύγει από το σπίτι. 
Φυλάει τα κορίτσια της στο μέτωπο και ξεκινάει να πάει για «δουλειά». Ο «εργολάβος» της δίνει το εμπόρευμα κι εκείνη μέσα στο δρόμο, κατακαλόκαιρο, χτυπάει τις πόρτες για να πουλήσει την πραμάτεια της. Της έχει πει να λέει και το γνωστό ποίημα για το άρρωστο παιδί της και για τα προβλήματα υγείας της ίδιας. Για να προκαλέσει τον οίκτο, μήπως και ξεπουλήσει και πάρει το χαρτζιλίκι της.
Έτσι βρέθηκε στην πόρτα μου πριν από δυο χρόνια περίπου. Κάθε μήνα σχεδόν η Ειρήνη περνούσε από τη γειτονιά μου. Μου χτυπούσε το κουδούνι κι εγώ, είχα δεν είχα, πάντα έπαιρνα κάτι. Αμοιβαία η συμπάθεια με τη συνομήλική μου. Για αρκετό καιρό δεν ερχόταν. Κάποια στιγμή, πέρασε, από το σπίτι μου απ έξω και δεν σταμάτησε. Έκλαιγε. Μου έκανε εντύπωση. Τη φώναξα. Μέχρι τότε δεν ήξερα το όνομά της. Της πρόσφερα καφέ και τσιγάρο και καθίσαμε στο πλατύσκαλο, διότι αρνούνταν να μπει στο σπίτι μέσα. Ντρεπόταν. Ρουφώντας με μανία το τσιγάρο, άρχισε να λέει.
«Η γιαγιά μου με μεγάλωσε. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σε τροχαίο όταν ήμουν 6 χρονών. Στα 14 μου, η γιαγιά μου πέθανε κι εκείνη και έμεινα μόνο κορίτσι στο σπίτι. Είχα κάτι συγγενής στην Αθήνα και πήγα να ζήσω μαζί τους. Εκείνοι με έβαλαν στη δουλειά κατευθείαν. Καθάριζα σπίτια, σκάλες, γραφεία. Πουλούσα χαρτομάντιλα και σπίρτα. Κάποια στιγμή προσπάθησαν να με ωθήσουν στην πορνεία. Το ορφανό ήμουν πάντα γι αυτούς. Δεν πέρασα καλά στα χέρια τους. Είχα σταματήσει και το σχολείο, δεν έμαθα πολλά. Αμόρφωτη και ορφανή. Δεν άντεξα. Μετά από 2 χρόνια έφυγα, γύρισα πίσω στης γιαγιάς. Είχε ρημάξει. Έμενα μόνη χωρίς ηλεκτρικό και νερό. Ευτυχώς η γειτόνισσα μου έδινε ένα πιάτο φαγητό και μοιραζόμουν τα ρούχα με την κόρη της. Για λίγο ένιωσα ότι είχα οικογένεια. Ώσπου, μια μέρα, στο παρκάκι της γειτονιάς, γνώρισα εκείνον. Ερωτεύτηκα.» γέλασε πικρά.
Περνούσε η ώρα και έπρεπε να φύγει. Δεν είχε πουλήσει σχεδόν τίποτα σήμερα. Πονούσε και δεν μπορούσε να σέρνει τις χαλασμένες της παντόφλες στην καυτή άσφαλτο.
Από εκείνη την ημέρα, πέρσι, όποτε περνάει απ’ τη γειτονιά μου, κάθεται για καφέ. Ευχάριστο διάλειμμα από την πραγματικότητά της. Έτσι σιγά σιγά, με καφέ, τσιγάρο και κουβέντα, μου ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής της μέχρι στιγμής.
Τελικά, το γνωστό ποίημα που την είχε βάλει ο «εργολάβος» να λέει για το άρρωστο παιδί της και τα προβλήματα υγείας της ίδιας δεν ήταν παραμύθι. Η ίδια, κάνει ακτινοβολίες λόγω καρκίνου στη μήτρα σε πρώιμο ευτυχώς στάδιο. Και αυτό όποτε η αιμορραγία δεν σταματάει και μπορέσει και βρει τα ναύλα για την μετακίνησή της στον Αγ. Σάββα στην Αθήνα. Η μικρή της, πάσχει από κυστεονεφρική παλινδρόμηση. Είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία τα ούρα γυρίζουν από την ουροδόχο κύστη προς τα πίσω, δηλαδή προς τους νεφρούς, ενώ φυσιολογικά αυτό απαγορεύεται. Της δημιουργεί συνέχεια ουρολοιμώξεις, οι οποίες συνοδεύονται από υψηλό πυρετό. Χρειάζεται καθημερινή χορήγηση αντιβίωσης. ώστε να προστατευθούν οι νεφροί, λένε οι γιατροί. Όμως, μόνιμη βλάβη στους νεφρούς έχει ήδη προκληθεί. Τον προηγούμενο μήνα και ενώ η μικρή ψηνόταν στον πυρετό για μέρες, δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τα χρήματα για να φύγει με το παιδί για Θεσσαλονίκη. Εκεί βρίσκεται ο γιατρός που το παρακολουθεί. Όταν τελικά τα βρήκε, το παιδί χρειάστηκε να μπει σε μηχάνημα αιμοκάθαρσης. Ευτυχώς, ήταν για λίγο, οπότε δε χρειάζεται να επαναληφθεί η διαδικασία κάθε δύο μέρες όπως γίνεται με τους νεφροπαθείς.
«Γι αυτό εξαφανίστηκες δυο μήνες», της είπα προχθές.
Είκοσι δύο μέρες είχα στη Θεσσαλονίκη με το παιδί. Ο γιατρός μου έδωσε τα ναύλα σε φακελάκι για να γυρίσουμε πίσω. Ελάχιστα ευρώ κάθε δίμηνο παίρνω από την Πρόνοια για το μικρό παιδί, ως άπορη ανύπαντρη μητέρα».
Βάζει τα κλάματα.
Η Ειρήνη έχει τρία κορίτσια, 15, 17 και 18 χρονών. Τα μεγαλώνει μόνη της, από τότε που η μικρότερή της ήταν ενάμιση χρονών. Με τη βοήθεια του νοσηλευτικού προσωπικού και την παρουσία ψυχολόγου, κάλεσε την αστυνομία όταν νοσηλευόταν η μικρή της για πρώτη φορά με το πρόβλημά της στο νοσοκομείο. Έτσι μπόρεσε να διώξει τον «έρωτα» από τη ζωή της. Τα άλλα δύο κορίτσια χαίρουν άκρας υγείας ευτυχώς. Όμως,  έχουν κλείσει τα 16, οπότε δε δικαιούται να λαμβάνει επίδομα γι αυτά. Είναι αρκετά μεγάλα για να μπουν στην ανύπαρκτη αγορά εργασίας χωρίς προσόντα και σπουδές.  
Ο «έρωτας», πριν την εγκαταλείψει, φρόντισε να της αφήσει ως αναμνηστικά τα κορίτσια της, πέρα από σημάδια κακοποίησης στο κορμί αλλά και στην ψυχή της. 




Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Της τελειότητας το κάγκελο

Πολύ άγχος για το τίποτα. Άγχος για την τελειότητα.
Όταν ήμασταν παιδιά, δε μας ένοιαζε αν θα λερωθούμε με χώματα και λάσπες, αν τσαλακωθούμε ή αν θα σκίσουμε τα ρούχα μας σε κάποιο καρφί την ώρα που σαλτάραμε από τις μάντρες.
Δε μας ένοιαζε αν ματώναμε χτυπώντας στο δέντρο ή στον τοίχο σκαρφαλώνοντας, αν θα πέφταμε, γιατί πάντα σηκωνόμασταν και μπαίναμε στο παιχνίδι με την ίδια θέρμη.
Δε μας ένοιαζε τι θα πει ο κόσμος, δε μα ένοιαζε να είμαστε τέλειοι.
Και ξαφνικά μεγαλώσαμε. Γαλουχηθήκαμε με τον καθωσπρεπισμό της τελειότητας.
Είτε οι γονείς μας ήταν αυτοί που μας πέρασαν το «μικρόβιο» είτε ο κόσμος γύρω γιατί έπρεπε. Τέλεια κορμιά παντού, ας είναι καλά η τεχνολογία.
Τέλειες οικογένειες, τέλεια πρόσωπα, τέλειες δουλειές, τέλεια σπίτια και αυτοκίνητα.
Εικόνες τελειότητας να κατακλύζουν τη ζωή μας κι εμείς δέσμιοι στο τέλειο να προσπαθούμε να το μιμηθούμε ή να το φτάσουμε.
Και ξεχάσαμε ποιοι είμαστε.
Χάσαμε τον εαυτό μας στο δρόμο προσπαθώντας γι αυτό το τέλειο.
Γεμίσαμε ανούσιες ενοχές επειδή δεν μπορέσαμε να γίνουμε κι εμείς τέλειοι.
Φοβόμαστε να τσαλακώσουμε την εικόνα μας, να κάνουμε λάθη και να μάθουμε από αυτά.
Καταντήσαμε δειλοί και φυγόπονοι.
Βολευτήκαμε σε μία μετριότητα προσπαθώντας να αγγίξουμε την τελειότητα.
Έτσι, στην πορεία ξεχάσαμε να ζούμε.
Ξεχάσαμε ν αγαπάμε τον εαυτό μας όπως είναι. Με όσα έχει ή δεν έχει.
Και μετά περιμένουμε από τους άλλους να μας αγαπήσουν.
Όταν η δική μας καρδιά έχει βάλει λουκέτο από τη στιγμή που εξαφανίσαμε το παιδί μέσα μας το οποίο δεν ήταν ποτέ τέλειο.
Από φόβο. Μήπως μας καταλάβουν ότι δεν είμαστε τέλειοι.
Μήπως εμείς οι ίδιοι παραδεχτούμε τη μη τελειότητά μας και αισθανθούμε αποτυχημένοι επειδή δε γίναμε τέλειοι.




Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Για τα κουνούπια ρε γαμώτο

Παρατηρώντας την επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες αλλά και γενικά από την αρχή του καλοκαιριού, ένα έχω να πω. Το είδος που έχει δεχτεί τον περισσότερο διωγμό, ρατσισμό, εμπαιγμό άνευ προηγουμένου είναι τα κουνούπια. Θάνατο στα κουνούπια, δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια γιατί με τσιμπάνε τα κουνούπια στα ποδάρια και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Το δε καλύτερο είναι κουνούπια vs. άνθρωποι. Ή αυτά ή εμείς.
Μια χώρα ολόκληρη κινείται στους ρυθμούς των τιτιβισμάτων του κουνουπιού, τόσο που μου έρχεται να μετακομίσω στην ακτή του κουνουπιού μπας και δω καμιά άσπρη μέρα. Δεν ήθελα να μιλήσω για τα tweets και το σάλο που έχει προκληθεί με το ατυχές- κρύο αστείο αθλήτριας που μετείχε στην ολυμπιακή ομάδα της χωράς. Όμως, στον πυρετό του κουνουπιού κι εγώ, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εξαντλήθηκε η υποκρισία. Έσπευσαν οι προασπιστές της τιμής της χώρας (χα!) να υπερασπιστούν την χαμένη αίγλη της. Καλώς ή κακώς απέκλεισαν την εν λόγω αθώα περιστερά από την ολυμπιακή ομάδα. Από την άλλη όμως, υπάρχουν μερικοί κανόνες που οφείλουν να ακολουθούν όσοι θέλουν να συγκαταλέγονται σε τέτοιες ομάδες.
Θεωρώ ότι όλοι είμαστε εκπρόσωποι της χώρας μας, ο κάθε ένας μας ξεχωριστά. Οπότε καλύτερα να φιλτράρουμε δις όσα λέμε όταν μιλάμε δημόσια και εκτιθέμαστε. Ίσως ένα τι λίγο περισσότερο όταν είμαστε αθλητές και εκπροσωπούμε τη χώρα μας σε διεθνής διοργανώσεις. Βέβαια, εγείρεται και το θέμα για το πόσο υποκριτικές είναι τέτοιες διοργανώσεις. Η υποκρισία με την οποία διοργανώνονται οι Ολυμπιακοί αγώνες τις τελευταίες δεκαετίες και ο χορός των εκατομμυρίων, το ντόπινγκ και η εμπορευματοποίησή τους. Πανηγυράκι κατάντησαν κι αυτοί. Το Ολυμπιακό ιδεώδες άλλωστε, αντικατοπτρίζεται στα συμφέροντα των εταιρειών που τους επιδοτούν.
Αλλά στην παρούσα φάση μας απασχολούν τα κουνούπια. Και εύλογα αναρωτιέμαι. Όταν μια ολόκληρη χώρα εδώ και τόσες μέρες τουλάχιστον αναλώνεται στο να ασχολείται με τιτιβίσματα για κουνούπια με προτιμήσεις, νιώθω ότι βλέπουμε πάλι μόνο το δέντρο και το δάσος έχει γίνει στάχτη για ακόμη μία φορά. Ότι χάνουμε την ουσία και αναλωνόμαστε σε ανούσιους σχολιασμούς. Και όλοι περιμένουμε από Σεπτέμβριο να δώσουμε μάχες, όταν θα πάψουν να μας απασχολούν τα εκλεκτικά και μιαρά κουνούπια. Η εποχή του κουνουπιού θα χει τελειώσει και κάθε κατεργάρης θα έχει επιστρέψει στον πάγκο του. Και τότε θα θυμηθεί να φωνάξει, ν αγανακτήσει.
Εύχομαι μόνο να μην είναι αργά. 
Αλλά, αυτά παθαίνουμε όταν ασχολούμαστε με … κουνούπια.


Δημοαιεύτηκε στις 2.8.2012 στο www.thisisvolos.gr

Μια φορά κι έναν καιρό σ ένα στάβλο η συνέχεια

Μια φορά κι έναν καιρό στον ίδιο στάβλο μαζί με τα γουρούνια που κατείχαν αρχηγική θέση και στάθηκαν ανίκανα και χωρίς διάθεση να διαχειριστούν τα οικονομικά επιτρέποντας ρεμούλες, μίζες και λαμογιές, υπήρχαν τα ζώα που επωφελήθηκαν απ’ όλο αυτό το σύστημα της διαφθοράς. Εκείνα τα πρόβατα και μοσχάρια που με την ευχή των γουρουνιών αλλά και με αντάλλάγματα έπαιρναν για παράδειγμα μαϊμού επιδοτήσεις για αναπτυξιακά έργα που δεν είδαν ποτέ το φως αλλά έμειναν είτε στα συρτάρια είτε παραπέμφθηκαν στις καλένδες αλλά τα λεφτά έγιναν κοπριά. Και δεν έφαγαν μόνο αυτοί με χρυσά κουτάλια και δανεικές μασέλες μπόλικο χρήμα αλλά και η ομήγυρή τους, που ναι μεν βρίζουν το κακό κράτος και αγαπούν την ελεύθερη αγορά, αλλά κρατικοδίαιτους τους λες.
Όπως επίσης και μεγαλοκαρχαρίες εγχώριοι ή άλλων στάβλων έφαγαν κι αυτοί μέχρι σκασμού, φροντίζοντας στην πορεία να εξαθλιώσουν χωρίς να νοιάζονται τα υπόλοιπα εργατικά ζώα. Ευνοώντας την απάθεια, την αδιαφορία ή αλλιώς το σταρχιδισμό (sic) όλοι οι ανωτέρω έχουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί στον βιασμό των ονείρων και της ζωής των υπολοίπων. Τα αγανακτισμένα πρόβατα και μοσχάρια λοιπόν, χάνοντας τα πρότερα προνόμια άρχισαν να σηκώνουν κεφάλι και να μουντζώνουν και να γιαουρτώνουν τα γουρούνια. Έτσι ξεκίνησε ένας πόλεμος που ο καθένας επέρριπτε τις ευθύνες - του ποιος φταίει τελικά και δεν πήγαμε μπροστά - στον άλλον.
Απλοποιώντας το ζήτημα και μη λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες, τα λεφτά λέγεται ότι τα έφαγαν, εκτός από τα γουρούνια και τους μεγαλοκαρχαρίες, διότι όμοιος ομοίω αεί πελάζει και άμα λάχει και συγχωροχάρτια δίνουμε και άντε βρες τους για ν αποδοθεί δικαιοσύνη…, όλα τα ζώα μηδενός εξαιρουμένου. Οι γενικεύσεις άλλωστε βολεύουν. Έτσι λοιπόν, τα έφαγαν όποιοι διορίστηκαν χωρίς εξετάσεις και έβαλαν πολιτικό μέσο για να διοριστούν με αντάλλαγμα την ψήφο τους και την πλήρη υποστήριξή τους στο σαθρό σύστημα των γουρουνιών, ενσωματώνοντας εαυτούς στο σύστημα. Βέβαια το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μοντέλο πολυδιαφημίζονταν για χρόνια και βόλευε την αποβιομηχάνιση του στάβλου είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Επίσης τα έφαγαν και όσοι δεν έκοβαν αποδείξεις για τις υπηρεσίες τους διότι αν αγαπάς το στάβλο - απόδειξη, αλλά η απόδειξη δεν κόβονταν ποτέ. Τα μεγαλοπρόβατα και μεγαλομοσχάρια βρε πως θα χτίσουν τις λασπολιμνούλες τους; Ε;
Όσοι δούλεψαν μαύρα και αυτοί τα έφαγαν οι επαίσχυντοι. Εξαιρούμε βέβαια το γεγονός της τρομοκρατίας που ασκούσαν τα εκάστοτε καρχαριοειδή. Μερικές από τις ατάκες που έπαιζαν συνέχεια ήταν «Άκου να σου πω, εγώ ένσημα δε δίνω και τόσα θα παίρνεις και αν δε σ αρέσει τόσοι κάνουν κρα απ έξω για τη θέση σου» κατέχοντας την πρώτη θέση στις προτιμήσεις τους. Φυσικά έπεται και το «Και που είσαι, αν μιλήσεις δεν θα ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου δουλειά» που είναι και αυτό μες τη λίστα των 5 πιο hot εκβιασμών ever.

Η ζωή στο στάβλο συνεχίζεται μέχρι την ώρα που θα τους χτυπήσει την πόρτα ο σφαγέας...

Το παραπάνω αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου εύπεπτου παραμυθιού και ουδεμία σχέση έχει με πρόσωπα και καταστάσεις. 
Αν πάλι το συσχετίσετε με κάτι, να αναλάβετε τις ευθύνες σας.



 22.6.2012 

Μια φορά κι έναν καιρό σ ένα στάβλο

Μια φορά κι έναν καιρό - σ ένα στάβλο - αν πω φάρμα, θα τρίζουν τα κόκαλα του Όργουελ στον τάφο - ζούσαν όλα τα ζώα όχι αρμονικά μεταξύ τους. Κι αυτό γιατί υπήρχε πολύ φαγωμάρα, κι ας λένε κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει. Μύθος.
Σ αυτό το στάβλο λοιπόν, διότι περί στάβλου πρόκειται με άχυρα, κοπριές, γουρούνια, μοσχάρια, πρόβατα, κατσίκες, κότες, πάπιες, άλογα, σκύλους, γάτες, τα γουρούνια για κάποιο λόγο κατείχαν αρχηγική θέση. Κύριο μέλημα των αρχηγών- γουρουνιών ήταν να στρογγυλοκάθονται στην καρέκλα τους, να φροντίζουν τους ομοίους τους και να υπονομεύουν την ευημερία των πολιτών - ζώων και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να επιβάλουν πολιτικές εξαθλίωσης και ενοχές άνευ προηγουμένου. Έτσι, στον παράδεισο του στάβλου υπήρχαν τριγμοί και προβλήματα. Τα γουρούνια στάθηκαν ανίκανα να διαχειριστούν τα οικονομικά επιτρέποντας ρεμούλες, μίζες και λαμογιές και έτσι ο στάβλος μοιραία οδηγήθηκε στα πρόθυρα της πτώχευσης.
Όλα τα ζώα πήγαιναν για το σφαγείο μηδενός εξαιρουμένου, μην μπορώντας να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους που εσκεμμένα δημιουργήθηκαν από την κακή διαχείριση. Όμως, παρά τα όσα συνέβαιναν, υπήρχε ελάχιστη αντίδραση από τους κυβερνωμένους. Τα μοσχάρια δε μιλούσαν. Έτρωγαν το άχυρό τους και συνέχιζαν την ζωούλα τους. Οι πάπιες έκαναν την πάπια, οι κότες τις κότες. Τα πρόβατα, πειθήνια όπως ήταν, έκαναν ότι τους έλεγαν χωρίς καν να διαμαρτύρονται, πόσο μάλλον να υψώσουν το ανάστημά τους ενάντια στις πολιτικές εξαθλίωσης των γουρουνιών. Τα γουρούνια, ανάξια να ηγηθούν το στάβλο, άρχισαν να επιρρίπτουν τις ευθύνες αριστερά και δεξιά, κατηγορώντας όλα τα ζώα. Μοιραία ένα άλογο διαμαρτυρήθηκε.
Σε μία συζήτηση που έκαναν ορισμένα ζώα που δεν έτρωγαν κουτόχορτο όπως τα υπόλοιπα, εξέφρασε δυναμικά την άποψή του: «Επειδή αποκτήσαμε ορισμένα αγαθά και θελήσαμε να κάνουμε τη ζωή μας, όχι ποσοτικά, αλλά ποιοτικά καλύτερη, θα πρέπει να νιώθουμε ενοχές; Ενοχές για το ό, τι καταφέραμε να αποκτήσουμε μέσα από τη δουλειά μας και μόνο; Ενοχές για το κάρο, για παράδειγμα, το οποίο δε μας χαρίστηκε, αλλά και πάλι πληρώθηκε από τη δουλειά μας, για να μπορούμε αξιοπρεπώς να μετακινούμαστε στις υποχρεώσεις μας αλλά να πηγαίνουμε και καμιά εκδρομή όταν το επιτρέπουν τα οικονομικά μας; Ενοχές που προσπαθούμε για την αυτοβελτίωση σε όλους τους τομείς όχι μόνο τη δική μας ζωής αλλά και των υπόλοιπων ζώων;»
Μπαίνοντας λοιπόν στη διαδικασία της αυτοκριτικής, πετάχτηκε μια κότα και είπε, «Μωρέ λες; Μπας και φταίμε κι εμείς; » Τα πρόβατα κοιτούσαν το άλογο σαν εξωγήινο και δε μιλούσαν. Μασούσαν το κουτόχορτο μακάρια. Μια τσαούσα φοράδα, που ελάχιστες φορές μπόρεσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό, είπε: «Δε φταίμε γιατί κάναμε οικογένεια και φέραμε παδιά στον κόσμο θέλοντας να τους προσφέρουμε μια καλύτερη ζωή με λιγότερες στερήσεις από ότι είχαμε εμείς στην δική μας παιδική ηλικία Δε φταίμε διότι ήμασταν έντιμοι και δεν δεχτήκαμε να μπλέξουμε με ρουσφέτια που μας πρόσφεραν με αντίτιμο την ψήφο μας και θέλαμε με την αξία μας και τη δουλειά μας να πάμε μπροστά.
Δε φταίμε γιατί την ώρα που παλεύαμε την καθημερινότητα, κάποιοι άλλοι υπονόμευαν τα όνειρά μας και την ίδια μας τη ζωή. Δε φταίμε γιατί υπάρχουμε, αναπνέουμε, ονειρευόμαστε ένα καλύτερο μέλλον για μας και τα υπόλοιπα ζώα. Δε φταίμε γιατί θέλουμε αυτή την καμένη γη να τη δούμε κάποια στιγμή να ευδοκιμεί». Το παραπάνω, όπως φαίνεται και από την αρχή του, αποτελεί εύπεπτο παραμυθάκι και ουδεμία σχέση έχει με πρόσωπα και καταστάσεις.
Αν πάλι το συσχετίσετε με κάτι, εσείς θα φταίτε!


21/6//2012

Το τρίγωνο της βίας

Φωνές στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Και πάλι. Δεν είναι απλές φωνές, αλλά βρισιές, απειλές συνοδευόμενες από βογκητά, ουρλιαχτά, αναφιλητά, κλάματα. Ήχους πραγμάτων που σπάνε. Όχι μόνα τους. Κάποιος τα πετάει με μανία στο πάτωμα. Ακούγονται βήματα στη σκάλα και άνοιγμα της πόρτας. Ένα βοήθεια προερχόμενο από μια παιδική ψυχή, σκίζει την ησυχία του μεσημεριού…
Το τι έχει συμβεί όλοι το ξέρουν αλλά κανένας δε μιλάει. Ούτε καν αυτοί που το βιώνουν. Δεν τολμούν και συμπεριφέρονται σα να μη συνέβη τίποτα. Και η ζωή συνεχίζεται.
Το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας δε με αφήνει αδιάφορη. Ίσως γιατί το ζω αρκετά κοντά μου. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να «συνετίσω» έναν βίαιο γονιό. Και άλλες τόσες έναν κακοποιημένο γονιό. Δεν είναι αρκετό.
Όταν ακούω ένα παιδί να ουρλιάζει «βοήθεια» δεν μπορώ να μείνω αμέτοχη. Δε μπορώ να αδιαφορήσω και να συνεχίσω να κάθομαι στον καναπέ μου. Δε μπορώ να γυρίσω την πλάτη έτσι απλά σε μια τέτοια έκκληση. Δε μπορώ να σιωπήσω και σίγουρα δε μπορώ να κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια.
Σκεφτείτε αυτή την οικογένεια σαν ένα τρίγωνο. Στη μία του γωνία το(α) παιδί(ά). Όταν ένα παιδί κακοποιείται είτε λεκτικά είτε σωματικά, ο ψυχισμός του καταρρακώνεται. Αισθάνεται την προδοσία. Χέρια που θα έπρεπε να φροντίζουν, βιαιοπραγούν πάνω του.Στόματα που θα έπρεπε να το φι(υ)λάνε, σιωπούν. Κλείνεται στον εαυτό του. Δημιουργεί ένα παράλληλο σύμπαν για να μπορέσει να βγει όσο το δυνατόν αλώβητο από όλη αυτή την παράνοια. Και αυτό που επιθυμεί είναι να φύγει, να ξεφύγει από αυτή την αρρωστημένη κατάσταση.
Στην άλλη γωνία είναι ο βίαιος σύζυγος και πατέρας. Είναι πιθανό ή πολύ πιθανό να κακοποιήθηκε στην παιδική του ηλικία. Το πιο φυσιολογικό για κείνον είναι ν αναπαράγει τις σκηνές βίας που έζησε ως παιδί. Άλλο ένα μήλο κάτω από τη μηλιά. Δεν είναι ικανός ή αρκετά δυνατός για να σπάσει το φαύλο κύκλο. Όταν οργίζεται, πονάει, βιαιοπραγεί. Κακοποιεί τη σύζυγό του, τα παιδιά του. Η έκρηξη βίας μπορεί να επέλθει από ασήμαντο φαινομενικά λόγο. Πολλές φορές ο κακοποιός, διότι για τέτοιον πρόκειται, σηκώνει το χέρι του υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών.
Στην τρίτη γωνία, η κακοποιημένη σύζυγος. Συνήθως άβουλο ον, όσο και υψηλού μορφωτικού επιπέδου και να είναι. Δεν προκαλεί την κακοποίηση, αλλά είναι μερικώς συμμέτοχη. Όσο σκανδαλωδώς το επιτρέπει να συμβαίνει. Όσο δεν παλεύει να σώσει τον εαυτό της και τα παιδιά της από αυτή τη συνεχόμενη φρίκη. Οι δικαιολογίες πολλές που οδηγούν μία γυναίκα να το υπομένει όλο αυτό. Παλιότερα ο κοινωνικός περίγυρος ήταν αμείλικτος απέναντι σε μία χωρισμένη.
Πλέον αυτό δεν ευσταθεί ως δικαιολογία. Ακόμα και πλήρως εξαρτημένη οικονομικά να είναι, αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να σπάσει τα δεσμά της. Διότι περί φυλακής πρόκειται. Μιας φυλακής γεμάτη μυστικά, ενοχές και περίεργες ισορροπίες. Ένας φαύλος κύκλος που θυματοποιεί. Ένας φαύλος κύκλος που ανακυκλώνει τα παγιωμένα πρότυπα αλληλεπίδρασης και αναπαράγει τη βία.
Η φυσική και λογική σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι δεν υφίσταται. Είναι και οι δυο έρμαια της βίας. Εκείνη ως κακοποιημένη τρέμει στην ιδέα της αντίστασης, της δράσης. Εκείνος αδύναμος να επιβληθεί με άλλο τρόπο, χρησιμοποιεί τη βία για να αισθανθεί κατ επίφαση δυνατός. Εκείνη τον απαξιώνει με τον τρόπο της και εκείνος την πληγώνει για να πάψει να το κάνει. Το ζευγάρι δεν επικοινωνεί. Κι αν το κάνει, ο τρόπος που αλληλεπιδρούν ενισχύει το φαύλο κύκλο της βίας. Μέσα σ όλο αυτό, βρίσκονται τα αθώα μάτια που βιώνουν τον τρόμο.
Και όλοι σιωπούν. Αδιαφορούν και συνεχίζουν τη βολεμένη ζωούλα τους, μην τυχόν κάτι τη διαταράξει. Μην τυχόν και νιώσουν άνθρωποι.


Δημοσιεύτηκε στις 19.6.2012 στο www.thisisvolos.gr

Καλοκαίρι: το λέει και μόνη της η λέξη

Αυτό το καλοκαίρι δεν μοιάζει με τ’ άλλα. Τι κι αν προσπαθούν τα γνωστά μέσα προπαγάνδας να με βάλουν στο κλίμα πως καλοκαίρι σημαίνει αραλίκι, χορός και διασκέδαση.
Beach parties όλη την ώρα, αιθέριες υπάρξεις να λικνίζονται πασαλειμμένες με αντηλιακά λάδια, ξανθές παραλίες με κοκοφοίνικες και ό,τι τα μέσα νομίζουν ότι σημαίνει καλοκαίρι.
Πάντα προσπαθούσαν να με βάλουν σ’ αυτό το τριπάκι το μυκονιάτικο. Κάτι σαν τα Χριστούγεννα ένα πράγμα, που πρέπει όλοι να είμαστε χαρωποί κάνοντας ψώνια και χαρίζοντας δώρα.
Θα μου πείτε, τι δουλειά έχουν τα Χριστούγεννα τώρα; Ε, λόγω ζέστης, πολλοί τα αναπόλησαν αυτές τις μέρες.
Στο θέμα μας όμως. Καλοκαίρι στην Ελλάδα.
Για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό. Άλλοι το σιχαίνονται, δεν το αντέχουν. Δεν αντέχουν τη ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία, που ειδικά αυτές τις μέρες του Ιουλίου, έχει χτυπήσει κόκκινα.
Άλλοι όμως που βρίσκονται εκτός χώρας και εννοώ τους φίλους που έχω στο εξωτερικό, πετάνε τη σκούφια τους για να βρεθούν καλοκαίρι στην Ελλάδα, αφού εκεί που ζούνε, το καλοκαίρι ξέχασε να περάσει φέτος από κει.
Συνήθως, όπως ξέρουμε βεβαίως, είναι η εποχή που ο περισσότερος κόσμος κάνει τις διακοπές του.
Φυσικά, όταν εννοώ κόσμος, αναφέρομαι στους κοινούς θνητούς. Γιατί κάποιοι, κάνουν διακοπές συχνότερα.
Οι διακοπές είναι αναγκαίες για όλους πάντως, είτε στους θνητούς, είτε στους ημίθεους, είτε στους θεούς.
Αλλά και δικαίωμα όλων, θεωρώ. Να ξεφύγεις από την καθημερινότητα, να ξεκουραστείς. Να γεμίσεις τις μπαταρίες που λέμε για το χειμώνα, να πάρεις τον ήλιο και την αρμύρα.
Αυτό το καλοκαίρι όμως δεν έχει διακοπές.
Όχι ότι είχε κάθε χρόνο, αλλά τουλάχιστον μια σχετική άνεση, έστω για μια τριήμερη εκδρομή, υπήρχε κάπου στο background. Φέτος τίποτα.
Δεν είπα να πάω στις εξωτικές Σεϋχέλλες ή στο μαγευτικό Μπαλί.
Άλλωστε, κάτι τέτοιο σαν όνειρο δεν το ‘χα ποτέ, διότι σαν στριμμένο άντερο, δεν κάνω ό,τι κάνει ο σωρός. Γι αυτό και δεν θα πήγαινα ποτέ στη Μύκονο. Ζητώ συγνώμη απ’ όσους τη θεωρείτε must, αλλά δεν συμμερίζομαι την άποψή σας.
Για μένα καλοκαίρι λοιπόν, είναι πρωινό μπάνιο την ώρα που βγαίνει ο ήλιος.
Είναι παραλία και βιβλίο στο χέρι. Είναι παιχνίδι, κολύμπι, ξενοιασιά. Είναι εξερεύνηση του βυθού με τη μάσκα και βουτιές από τους βράχους.
Είναι ηλιοβασίλεμα αγκαλιά με τον αγαπημένο μου. Είναι καρπούζι, πεπόνι, κεράσια και βερίκοκα.
Είναι σπετζοφάι με μπύρες τα βράδια κάτω από τα πλατάνια, που έχει δροσιά και μπορείς να απολαύσεις ένα τέτοιο φαγητό.
Είναι παρέα, γέλιο και τραγούδι. Είναι μυρωδιά από αγιόκλημα. Είναι βόλτες στην άμμο, εκεί που σκάει το κύμα με ολόγιομο φεγγάρι.
Τέλειο δεν ακούγεται;
Ξέρω τι θα πείτε τώρα. Για τα κουνούπια δε θα πείτε;
Ε, εντάξει, καλοκαίρι είναι και κουνούπια έχει και ζέστη και ιδρώτα και κάποιους που μάλωσαν με τα αποσμητικά.
Μη μου χαλάτε βρε σεις την εικόνα.
Αφήστε με να κάνω καλοκαίρι, έστω και με το πληκτρολόγιο!


 20.7.2012 

Όλα είναι τρόπος

Διαβάζοντας άρθρα ποικίλης θεματολογίας με τη συνοδεία του καφέ μου κάθε πρωί,  παρατηρώ την επισκεψιμότητά τους σε σχολιαστές.
Καταλήγω πάντα στο συμπέρασμα ότι όσοι βρίζουν, εκτοξεύουν κακίες, είναι κυνικοί μέχρι αηδίας, είναι και αυτοί που διαβάζονται περισσότερο.
Αν κάνω και το λάθος να ανοίξω την τηλεόραση, πράγμα που ευτυχώς έχω κόψει, θα πέσω σίγουρα πάνω σε κάποια ξανθιά, κοκκινομάλλα ή καστανή -αιθέρια ύπαρξη-  που θα χασκογελά όλη την ώρα, με κάθε ηλιθιότητα που η ίδια ξεστομίζει.
Ή θα πέσω σε κάποιον ειδήμονα δημοσιογράφο με γυαλάκια πιθανότατα -το  κουστούμι προαιρετικό- ψυχοπονιάρη, που θα κλαψουρίζει ή θα λαϊκίζει. Αν, δε, ενθαρρύνει και καταστάσεις ρινγκ, ακόμα καλύτερα. Τα νούμερα τηλεθέασης πάντα έτσι ανεβαίνουν.
Αυτά πουλάνε όμως.
Μισή ευθύνη έχουν όσοι αρθρογραφούν ή εκτίθενται στο γυαλί και την άλλη μισή το αναγνωστικό ή φιλοθεάμον κοινό.
Όσοι γαλουχήθηκαν με Θέμους και Κωστόπουλους αρέσκονται στη μπαρούφα, στο λαϊφσταλίστικο κράξιμο. Στο φτηνιάρικο, στη φούσκα άνευ σημασίας.
Όσο πιο πολύ τους κράζεις, τόσο πιο πολύ σε γουστάρουν, σε σέβονται και σε διαβάζουν. Μαζοχισμός, δεν εξηγείται αλλιώς.
Όσο πιο ηλίθια το παίζεις, τόσο πιο αδρά πληρώνεσαι. Όσο πιο κλαψιάρης είσαι, τόσο πιο πολύ ταυτίζεσαι με τους ρόλους του Ξανθόπουλου και οι γιαγιάδες λιώνουν για πάρτη σου. Όσο πιο πολύ θέαμα προσφέρεις, λίγο ξύλο, λίγο κλάμα, λίγο μπούτι, λίγο στήθος, τόσο πιο πολύ σ’ ακολουθούν τα προβατάκια.
Έτσι, οι περισσότεροι βρίζουν κα ξεφωνίζουν τους πάντες και τα πάντα, χασκογελούν και βγάζουν φόρα παρτίδα μπούτια, στήθια και ό,τι χρειαστεί, αρκεί να βγουν στον αφρό και να επιπλεύσουν ως φελλοί ή προϊόντα αφόδευσης, μιας και τα δύο επιπλέουν. Διαλέξτε και πάρτε.
Συνήθως είναι κυνικοί εξυπνάκηδες, ξερόλες, που έχουν εμπεριστατωμένη άποψη επί παντός επιστητού, κατίνες με στυλ λατινοαμερικάνικης τηλενουβέλας που ξεκατινιάζουν και ξεκατινιάζονται ή κάποιοι που έχουν καταπιεί μπαστούνι, με το χαμόγελό τους σαν αυτοκόλλητο, aka σοβαροφανείς.
Υπάρχουν και εκείνοι που κάθε φορά που γράφουν, νομίζουν ότι έγραψαν τουλάχιστον την αναδιατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας.
Να μην ξεχνάμε βέβαια και τους δήθεν. Αυτούς που πουλάνε μούρη. Αλλά, άνθρακας ο θησαυρός.
Εκείνοι δε, που έχοντας πρότερο έγγραφο ή τηλεοπτικό βίο, οι…αυθεντίες, διαβάζονται ή παρακολουθούνται ανελλιπώς και με θρησκευτική ευλάβεια από την αυλή, ακόμα και αν όσα γράφουν ή όσα λένε, είναι καρποί του φερόμενου φυτού παπαριά.
Ε, ναι, διότι αν δεν κράξεις και δε προσβάλεις τους αναγνώστες ή το κοινό σου, δεν έχει αλατοπίπερο τα πράγμα.
Ο άρτος και τα θεάματα είναι αλάνθαστη συνταγή επιτυχίας.
Στοιχεία όπως η απλότητα, το ήθος, το συναίσθημα, χαρακτηρίζονται ξεπερασμένα.
Μην ανησυχείτε. Δεν ξύπνησα απλώς ένα πρωί και λόγω ζέστης, αγαμίας ή επικείμενης περιόδου, είπα να κράξω κι εγώ με τη σειρά μου.
Το κάνω μόνο και μόνο διότι υποστηρίζω ότι όλα είναι τρόπος.
Υπάρχει πάντα τρόπος να πεις αυτό που θες, να «σφάξεις με το βαμβάκι» χωρίς να χρησιμοποιείς υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς.
Η αλήθεια και το χιούμορ δε χάνουν αν ό, τι έχεις να  πεις, το γράψεις χωρίς φανταχτερά στολίδια και κοσμητικά επίθετα που αναδεικνύουν τη γαλλική σου ανατροφή.
Αν αξίζεις και σε ενδιαφέρει η αναγνώρισή σου, θα προβληθείς αργά ή γρήγορα χωρίς να λαϊκίζεις ή να χρειάζεται να αναδεικνύεις τα «άλλα» προσόντα σου, βγάζοντάς τα, φόρα παρτίδα.
Για το καλό σου δηλαδή και ύστερα για το δικό μας.


 12.7.2012

"Adolf plays the Jazz" συνέντευξη

«Day 4 Urban Fiction» στο mp3, ακουστικά στ’ αυτιά και το ταξίδι με τους «Adolf Plays The Jazz» ξεκινάει.
Λογικό, γιατί η μουσική τους σε ταξιδεύει.
Η απουσία στίχων, που μάλλον έχουμε συνηθίσει να συνοδεύουν τη μουσική, στο συγκεκριμένο είδος δεν αποτελεί μειονέκτημα.  Ίσα- ίσα, σου δίνει την ελευθερία να ντύσεις εσύ με λόγια τα απίστευτα συναισθήματα που σου προκαλεί.
Πρόκειται για ορχηστρική μουσική με έντονες επιρροές από το Krautrock, την τζαζ και την electronica, που έχει γραφτεί περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του 90 και αργότερα.
Ένα είδος μουσικής, που προκύπτει από τη μίξη ambient, electronica, jazz, κλασικού και rock ήχου.
Γι αυτό τα κομμάτια είναι ως επί το πλείστον ορχηστρικά, αν και τον τελευταίο καιρό αρκετά συγκροτήματα, όπως και η συγκεκριμένη μπάντα, έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν και φωνητικά.
Οι τίτλοι των τραγουδιών συνήθως μεγάλοι, αλλά οι «Adolf» ακολουθούν το δικό μας «λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» και περιορίζονται κυρίως σε μονολεκτικούς τίτλους τραγουδιών, τα οποία συνήθως ξεπερνούν τα πέντε λεπτά.

Αυτή η συνέντευξη έγινε με αφορμή τη φιλία μου με ένα από τα μέλη της μπάντας και επειδή η Ελλάδα δεν είναι μόνο Ζορμπάς και συρτάκι, αλλά έχει να αναδείξει σπουδαίους καλλιτέχνες οι οποίοι μένουν στην αφάνεια, επειδή δεν είναι τόσο εμπορικοί όσο αντέχει ο μέσος ακροατής.
Έτσι, με τα ακουστικά στα αυτιά και παρέα στο τσατ του facebook με το φίλο μου, ξεκίνησε μία σειρά ερωταπαντήσεων για τους Adolf και τη μουσική τους.

Ο Αδόλφος παίζει τζαζ. Ασυνήθιστο όνομα για μπάντα. Πως προέκυψε;
Είναι γεγονός ότι είναι αρκετά ασυνήθιστο και αρκετά παρεξηγήσιμο, ειδικά στους καιρούς μας. Το όνομά μας έχει να κάνει με δύο λέξεις στερεότυπα. Από την μια ο Αδόλφος, μια λέξη συνυφασμένη με τον ολοκληρωτισμό, τον συντηρητισμό, την άρνηση σε κάθε ελευθερία και από την άλλη η τζαζ που η ελευθερία της έκφρασης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή.
Δεν παίζετε όμως τζαζ, έτσι;
Ναι, τζαζ δεν παίζουμε. Από εκεί και πέρα θα χαρακτηρίζαμε τη μουσική μας μάλλον post-rock, αλλά με την έννοια που είχε ο όρος τα πρώτα χρόνια της σκηνής. Συγκριτικά με τις περισσότερες μπάντες που σήμερα προσπαθούν να μη χαρακτηριστούν post-rock, εμείς μάλλον συμπαθούμε τον όρο αυτόν. Shoegaze θα ήταν μια επίσης καλή περιγραφή για τη μουσική μας.
Εγώ σας έμαθα με το inumb που αποτελεί το αγαπημένο μου άκουσμα από το άλμπουμ σας Day 4 Urban Fiction που κυκλοφόρησε το 2007. Πότε ξεκινήσατε να υπάρχετε ως μπάντα;
Το iNumb είναι ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια μας και μάλλον οι περισσότεροι που ακούνε τη μουσική μας το θεωρούν από τα αγαπημένα τους. Το Day 4 | Urban Fiction είναι το 2ο ολοκληρωμένο μας album, καθώς σαν σχήμα δισκογραφούμε (με τον δικό μας τρόπο) από το 2005, με αρκετά συνεπή τρόπο. Για την ιστορία, κυκλοφορήσαμε τα πρώτα μας ep το 2005, Cognac or Brandy και Muzzle the Birds. Το πρώτο μας album το 2006 με τίτλο Art Brokolo και συνεχίζουμε με το Day 4 το 2007. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και το Melt Ep με κάπως πιο ηλεκτρονικό ήχο. Το 2008 άλλο ένα ep με τίτλο Stealth και το 3ο μας album, το Dirty Waters to 2009. Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, όπου έχουμε ένα ακόμα νέο album με τίτλο Form Follows Function.
Πώς δημιουργείτε τη μουσική σας;
Πολλές φορές λέμε ότι η δημιουργία της μουσικής μας μοιάζει με το πώς φτιάχνεται η ηλεκτρονική μουσική. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν είναι και τόσο ακριβές, ωστόσο θα λέγαμε ότι σίγουρα δεν γράφουμε τη μουσική μας με το τρόπο μιας παραδοσιακής ροκ μπάντας. Υπάρχουν πολλά μέρη τα οποία παίρνονται αυτούσια μέσα από αυτοσχεδιαστικά jamαρισματα ή μέρη τα οποία γράφονται και στη συνέχεια "πειράζονται" με τη βοήθεια υπολογιστών. Επίσης, μέρος μιας σύνθεσης μας μπορεί να είναι κάποιος θόρυβος ή μια άσχετη ηχογράφηση, καθώς και τα διάφορα samples που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά μέσα από ταινίες.
Κυκλοφορήσατε τη νέα σας δουλειά λοιπόν, πρόσφατα. Πότε θα σας δούμε σε live για την προώθηση της;
Η μουσική μας ήταν, είναι και θα είναι πάντα δωρεάν. Όλο μας το υλικό βρίσκεται για δωρεάν κατέβασμα στο site μας και σε διάφορους άλλους τόπους του internet. Στα φετινά live το cd μας θα δίνεται δωρεάν με την είσοδο. Ήδη έχουμε κλείσει ένα live στο Six Dogs στην Αθήνα και ένα στην Θεσσαλονίκη στο Rover Club. Θα θέλαμε να κάνουμε κάποια ακόμα live σε πόλεις της επαρχίας, αλλά λόγω καλοκαιριού αλλά και λόγω χρόνου, μάλλον δεν θα προσθέσουμε κι άλλη ημερομηνία.
Κάποιος που θα έρθει να σας δει live τι θα ακούσει;
Στο live δεν πρόκειται να ακούσετε μια στεγνή αναπαραγωγή του album. Σε καμία περίπτωση. Το live για εμάς είναι μια εντελώς διαφορετική εμπειρία με τον ακροατή μας. Μια εμπειρία που βρίσκεται πολύ μακριά από τα ακουστικά και την οικειότητα των προσωπικών ηχείων. Μια εμπειρία ζωντανή που εμπεριέχει από την αμηχανία μιας συνάντησης, μέχρι και την ένταση. Η ένταση βασικά θέλουμε να είναι αυτό που θα μείνει μετά από ένα live μας. Επίσης, κάνουμε αρκετό θόρυβο, ενώ θα παίξουμε κομμάτια και από τα προηγούμενα μας album και όχι μόνο από το τελευταίο.


Για όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα για τους Adolf Plays The Jazz αλλά και ν ακούσουν ή να κατεβάσουν τη μουσική τους, η οποία παρέχετε δωρεάν, μπορούν να κάνουν μία βόλτα από την επίσημη ιστοσελίδα τους ΕΔΩ.
Για τις ζωντανές εμφανίσεις τους: αύριο Πέμπτη 28 Ιουνίου πληροφορίες ΕΔΩ 
και στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή στις 29 Ιουνίου πληροφορίες ΕΔΩ


 26.6.2012

Ακούω φωνές

Θα ξεκινήσω λίγο ανορθόδοξα...Ακούτε φωνές; Εγώ ναι, τα ομολογώ.
Δεν το ‘χω κοιτάξει (ίσως θα έπρεπε), αλλά αυτή η μικρή φωνή που πετάγεται ενίοτε σε ανύποπτο χρόνο, μ’ έχει σώσει από πολλές κακοτοπιές.
Όσες φορές προσπάθησα να την αγνοήσω, την πάτησα που λέμε. Είναι αλάνθαστος δείκτης η άτιμη και δείχνει πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα λάθη γίνονται όταν κωφεύω, όταν εθελοτυφλώ και κάνω του κεφαλιού μου, αγνοώντας την.
«Και η Ιωάννα της Λωραίνης άκουγε φωνές και την κάψανε ζωντανή», πετάγεται η φωνή.
«Σσσστ! Γράφω τώρα και μ’ ενοχλείς».
«Μα, θα κάνουμε ωραίο διάλογο».
«Με φέρνεις σε δύσκολη θέση, μια και αυτός ο διάλογος είναι δημόσιος και όσοι τον διαβάσουν θα αρχίσουν να ανησυχούν για το αν έχω ή όχι σώας τα φρένας».
«Ε, και; Και πότε σε ένοιαξε τη λένε οι άλλοι για σένα; Αφού το ξέρουμε καλά ότι και χωρίς να τους δώσεις δικαίωμα, το παίρνουν από μόνοι τους».
«Σωστό κι αυτό».
Πίσω στο θέμα μας. Αυτή τη φωνή, δεν τη λες ούτε φωνή της λογικής, αλλά ούτε και φωνή της καρδιάς.
Κάτι σαν προειδοποιητικό σήμα, κάτι σαν έκτη αίσθηση, θα έλεγα. Με προειδοποιεί σχετικά με τους ανθρώπους που μπαίνουν στη ζωή μου.
Μόλις γνωρίσω κάποιον, είτε αρσενικό είτε θηλυκό, τσουπ! πετάγεται να πει τη γνώμη της.
«Έχει να κάνει καθαρά με τις πρώτες εντυπώσεις που σου αφήνει κάποιος και τι σου εμπνέει».
«Εντάξει, δε θα διαφωνήσω μαζί σου στην παρούσα φάση».
«Εμ, γνωρίζεις τον τάδε. Σου λέω, μακριά από το νερό! Δεν ξεδιψάει, πνίγει! Σου χτυπάω το καμπανάκι».
«Εντάξει είπαμε, το κατάλαβα και είμαι μετρημένη στα λόγια μου και φειδωλή στις δηλώσεις μου».
Μετά από τόσες προειδοποιήσεις τι να κάνω; Την άκουσα, διότι όπως και να το κάνουμε το «Μακριά από το νερό, δεν ξεδιψάει, πνίγει» δύσκολα το αγνοείς. Και δεν υπάρχουν ναυαγοσώστες. Μπορεί να έχουν μπράτσα και σιξ πακ, αλλά στα δύσκολα είσαι πάντα μόνος.
«Γνωρίζεις την τάδε. Ρηχή και συμφεροντολόγα, σου λέω».
«Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν σε άκουσα φωνή!».
«Λες να μην το ξέρω;»
«Το ξέρεις, αλλά πέρα από τις πρώτες εντυπώσεις, θεωρώ ότι πρέπει να δίνουμε ευκαιρίες στους ανθρώπους να μας δείξουν ποιοι είναι».
«Γιατί; Για να πληγωθείς ακόμα μία φορά;»
«Γιατί παρόλο που είμαστε το χειρότερο είδος σ’ αυτόν τον πλανήτη, δεν έχω χάσει την πίστη μου ακόμα σε μας.
Γιατί θέλω να αποδείξω και σε σένα ότι έχεις κάνει λάθος. Και κάποιες φορές έχεις κάνει, παραδέξου το».
«Μηδένα προ του τέλους μακάριζε, θα πω εγώ η φωνή. Καλά, δεν το ‘πα εγώ πρώτη αλλά ο Σόλωνας. Και θα πω και κάτι άλλο που αποδίδεται σ’ εκείνον. Μην αποκτάς βιαστικά φίλους και όσους θα αποκτήσεις, μην τους εγκαταλείπεις. Έχε αυτά στο νου κάθε φορά που γνωρίζεις κάποιον άνθρωπο».




 22.6.2012

Ζωή στην κατάψυξη

Μπούχτισα όλες αυτές τις μέρες με τα πολιτικά. Όπου σταθώ και όπου βρεθώ δημοσκοπήσεις επί δημοσκοπήσεων, αναλύσεις επί αναλύσεων.
Status από δω tweets από κει. Ο καθένας να λέει το μακρύ του και το κοντό του.
Πολύ καλά κάνει, θα μου πείτε. Δημοκρατία δεν έχουμε(;).
Κατηγορίες, ξεκατινιάσματα, φάπες, σφαλιάρες, μπουγέλα, διαφημιστικά σποτ που προκαλούν -απορώ πού το βρίσκουν τόσο χρήμα, απ΄τα κρατικά ταμεία μόνο;
Υποψήφιοι επιδίδονται στον αλληλοσπαραγμό. Για την καρέκλα ρε γαμώτο. Αυτή είναι η μία πλευρά.
Και από την άλλη πλευρά, εμείς. Να βράζουμε στο ίδιο καζάνι, όπως είπε χαρακτηριστικά μια φίλη.
Το βράσιμο μεταφορικό αλλά και κυριολεκτικό, μια και ο υδράργυρος βρίσκεται στα ύψη και η χώρα ακόμα σε εκλογικό πυρετό.
Χρήμα για βενζίνη και απόδραση στις κοντινές παραλίες, ανύπαρκτο.
Καλά, δεν το συζητώ ότι οι ολιγοήμερες διακοπές είναι όνειρο απατηλό.
Φωτιά και κάψιμο λοιπόν, αλλά η ζωή στην κατάψυξη. Σχήμα οξύμωρο.
Την ώρα που όλα γύρω μας καίγονται, να έχουμε βάλει τη ζωή μας σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός.
Γύρω παντού πρόσωπα θλιμμένα και προβληματισμένα.
Όνειρα σε αναμονή, ελπίδες, όλα στον πάγο θαμμένα, μέχρι να τα αποψύξουμε μια ωραία πρωία, που θα βρούμε κατάλληλα περιβάλλον για να ζήσουμε ξανά.
Κι αν όχι καλά, τουλάχιστον με στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Να μπορούμε να κάνουμε και άλλα πράγματα, πέρα από το να αναπνέουμε και να μετράμε διλήμματα. Θα μείνουμε στο ευρώ, δε θα μείνουμε στο ευρώ. Θα μας διώξουν από την Ε.Ε. δε θα μας διώξουν από την Ε.Ε. Είμαστε Ευρωπαίοι, δεν είμαστε Ευρωπαίοι.
Αλλά μέχρι να συμβεί η απόψυξη, να αρχίσουμε να (ελπί)ζουμε, η καθημερινότητα δεν περιμένει. Τα έξοδα τρέχουν, οι μισθοί πέφτουν ή εξανεμίζονται, η ανασφάλεια και η ανέχεια μεγαλώνουν.
Η ΔΕΗ που έχει αυξήσει τα τιμολόγιά της και συνεχίζει, δεν μπορεί να περιμένει.
Η Εφορία, που αν χρωστάς 3.000 έως 5.000 χιλιάδες ευρώ, σου κάνει κατάσχεση ή σε χώνει στην ψειρού.
Παρόλο που τα μεγάλα ψάρια κολυμπούν ελεύθερα. Δεν υποστηρίζω βέβαια ότι είναι σωστό να μην πληρώνεις τους φόρους σου. Συγκριτικά ανέφερα τις ψαρούκλες.
Ούτε οι υπόλοιποι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν μπορούν να περιμένουν.
Το σούπερ μάρκετ επίσης. Η οικογένεια πρέπει να έχει φαγητό στο τραπέζι, ανεξάρτητα αν τα λεφτά είναι ελάχιστα και οι τιμές έχουν πάρει την ανιούσα, τρέχοντας πιο γρήγορα και από το γιο του ανέμου, aka Κεντέρης.
Ειδικά από τις 6 Μαΐου και μετά, σαν να σταμάτησε ο χρόνος και όλοι περιμένουμε την επόμενη μέρα.
Την ημέρα που θα μπορέσουμε να αποψυχθούμε.
Αλλά με τον ερχομό της επόμενης μέρας, γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δε θ' αλλάξει κάτι.
Οπότε, η απόψυξη αναβάλλεται επ΄ αόριστον.


 15.6.2012 

Η χαρούμενη πλευρά της ζωής

Με αφορμή διάφορες αναποδιές που έχουν συμβεί στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό, δράττομαι της ευκαιρίας να μιλήσω για το αχτύπητο δίδυμο αισιοδοξία – απαισιοδοξία.
Εναλλάσσονται στη ζωή μου τη μία στιγμή μετά την άλλη, καθώς εξελίσσονται τα γεγονότα και οι καταστάσεις, πιο γρήγορα και από πουκάμισο ύστερα από μία κουραστική μέρα με υγρασία και ζέστη. Και όχι άδικα νομίζω.
Roller coaster η ψυχολογία μου, από το ζενίθ στο ναδίρ και τούμπαλιν.
Προσπαθώ να κρατηθώ με νύχια και με δόντια από την προστατευτική μπάρα για να μην έχω αδυσώπητη πρόσκρουση στο έδαφος και δε βρούνε ούτε τρίχα οι ιατροδικαστές, ενώ σιγοτραγουδώ μία μελωδία που μου έρχεται αυτόματα στο νου. “Always look on the bright side of life” των θρυλικών Monty Python. Με το σφύριγμα μαζί.
Ψιλοπαρηγοριέμαι να πω την αλήθεια, διότι φαίνεται ότι δεν είμαι μόνη σ’ αυτό, αλλά συμβαίνει σε πολλούς, αν όχι σε όλη τη χώρα.
Λίγο -έως πολύ- η κρίση που επικρατεί, μας κάνει να αισθανόμαστε ένα βήμα πριν το γκρεμό ή το ρέμα.
Ήρθε το τέλος!
Η προφητεία των Μάγια το λέει ξεκάθαρα άλλωστε. Αν εκλεγεί ο Σύριζα, θα γίνει σεισμός και καταποντισμός, θα καταστραφεί ο κόσμος και θα γυρίσουμε στη δραχμή. Για τα υπόλοιπα κόμματα δεν αναφέρει κάτι η προφητεία. Φαίνεται, ο Αλέξης είχε καλύτερα κονέ.
Επίσης, αιμοδιψή εξωγήινα ζόμπι θα μας ρουφάνε το αίμα για χίλια χρόνια και μετά νεκροζώντανοι βιαστές θα σοδομίζουν τα κουφάρια των άψυχων κορμιών μας, σε περίπτωση εξόδου μας από την ευρωζώνη. Αβεβαιότητα, αστάθεια, φόβος.
Λίγο η επανάληψη της εκλογικής διαδικασίας που φέρνει στο προσκήνιο πολιτικές κωλοτούμπες και άλλες φιγούρες γυμναστικών επιδείξεων, έτοιμο το καταθλιπτικό. Να το έκαναν με χάρη, πάει στο καλό.
Χοντροκομμένες είναι οι κωλοτούμπες, που μάλλον με αρκούδες σε τσίρκο μοιάζουν όσοι επιδίδονται σ’ αυτό.
Τώρα που το σκέφτομαι, τι μου φταίνε τα σκλαβωμένα ζωάκια; Έπρεπε να δώσω όμως εικόνα της αγαρμποσύνης της κωλοτούμπας. Με όλα αυτά να συμβαίνουν στην πλάτη μας ή πίσω από αυτή, διότι κάποιοι έχουμε ακόμα τσίπα και συνείδηση και δεν πάσχουμε από παχυδερμίαση.
Ε, δε θέλουμε και πολύ. Τώρα θα γκρεμοτσακιστούμε, να, στην επόμενη στροφή θα φύγει το τρενάκι από τη ράγα. Ένα άγχος το ‘χουμε.
Για να μην τα πολυλογώ, η ζωή θα μπορούσε να ήταν καλύτερα παλέψιμη αν δεν συνέβαιναν επιπλέον και οι μικρές, καθημερινές, ενοχλητικές αναποδιές, τις οποίες αισθάνομαι σαν συνεχείς σφαλιάρες.
Να σημειώσω εδώ, ότι βρίσκομαι ήδη στο πάτωμα λόγω των όσων αναφέρω παραπάνω.
Τη στιγμή που πάω να ορθώσω το ανάστημά μου, να γελάσει το χειλάκι μου, που λέμε, μου πετάει η ζωή ένα ironic στα μούτρα.
Κι ενώ εγώ εκεί, μαζόχα, συνεχίζω να τα βλέπω αισιόδοξα, έρχεται η επόμενη κατραπακιά και να ‘μαι πάλι στα πατώματα.
«Πάρ’ το αλλιώς» ακούω τη φωνή μέσα μου.
Και η ζωή συνεχίζεται.


3.6.2012 

Black Metal και Χρυσή Αυγή 1

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν μόνο το 10% του εγκεφάλου τους, αλλά ότι πολλοί από τους ανθρώπους, δεν τον χρησιμοποιούν καθόλου.
Έτσι προκύπτουν οι ανεγκέφαλοι που κάνουν σχόλια για συσχετισμούς της Μetal μουσικής με τη Χρυσή Αυγή.
Αφορμή αυτή τη φορά ο Καιάδας, ο γνωστός πλέον και μη εξαιρετέος, κατά κόσμον Γιώργος Γερμενής, το μέλος της Χρυσής Αυγής και νυν βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου, ο οποίος με το παράγγελμα «εγέρθητω!» το βράδυ των εκλογών, προκάλεσε βεβαίως πολλές αντιδράσεις.
Τι ειπώθηκε τις τελευταίες μέρες, όλοι το ακούσαμε και το αναπαράξαμε. Τα σχόλια πήραν και έδωσαν και οι χαρακτηρισμοί επίσης. Και καλά αυτά περί πολιτικού του προσδιορισμού, αλλά τα άλλα, τα άσχετα;
Ένα από αυτά ήταν το «Χεβιμεταλάς».
Ο συγκεκριμένος κύριος (θέλω να είμαι ευγενική) είναι μπασίστας ενός extreme black metal Ελληνο-νορβηγικού συγκροτήματος με το όνομα «Naer Mataron».
Άστοχος στιγματισμός μιας ολόκληρης μουσικής ιδεολογίας, επειδή έτυχε να είναι και «Μεταλάς» ένα φασιστόμουτρο.
Και εύλογα γεννάται η απορία της ξανθιάς. Δηλαδή, αν άκουγε μπουζούκια ή αποτελούσε μέλος του συγκεκριμένου μουσικού στερεώματος, θα αναφερόταν το μουσικό του γούστο;
Όλο αυτό θυμίζει εποχές που το Heavy metal θεωρούνταν βίαιο και περιθωριακό.
Θυμίζει την εποχή που οι Iron Maiden είχαν έρθει στην Ελλάδα, τους ρώταγαν για το «σκληρό» ήχο και τη βιαιότητα της μουσικής τους και ο Steve Harris απαντούσε: «Ποιος είναι βίαιος; Εγώ έχω οικογένεια και παιδιά».
Ίσως με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, να βρουν άλλοθι αρκετοί, για να κατηγορήσουν το Heavy/black metal γενικότερα.
Θεωρώ άδικο όμως να κατηγορηθεί η μουσική που ακούει κάποιος, για τις απόψεις που πρεσβεύει ο ίδιος.
Είναι απερίσκεπτη επίθεση προς μια μερίδα ανθρώπων που ακούνε αυτό το μουσικό είδος, μέσα στην οποία ανήκω κι εγώ και ουδεμία σχέση έχω με ναζιστές, νοσταλγούς του Χίτλερ.
Το ότι ο συγκεκριμένος μουσικός ανήκει στο είδος των ανεγκέφαλων, όπως και όσοι τον ψήφισαν, είναι δική μου άποψη.
Έχει να κάνει καθαρά με πολιτική ιδεολογία.
Από την πολιτική μας θέση, μέχρι το είδος της μουσικής που ακούει κάποιος, υπάρχει τεράστια απόσταση και όποιος τη διανύει, είναι μάλλον άνθρωπος μουσικά αμόρφωτος, μην πω και ρατσιστής της τέχνης.


 16.5.2012 

Το κορίτσι στο παράθυρο

Girl at the Window 1925 Oil Painting |Salvador Dali 


Από παιδί μου άρεσε να κοιτάω από το παράθυρο. Να στέκομαι με τις ώρες και να χάνομαι στις κινήσεις, στις εικόνες, τις μυρωδιές, τα ακούσματα.
Παρατηρούσα τα χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός ανάλογα με τη στιγμή της ημέρας. Ξυπνούσα από νωρίς, για να δω την ώρα που το σκοτάδι είναι πιο βαθύ. Και μετά, να πλημμυρίζει ο ουρανός με το πρώτο φως της ημέρας.
Παρατηρούσα τις αποχρώσεις που παίρνουν τα σύννεφα όταν ο ήλιος δύει και κρατούσα την εικόνα για να χρωματίσω τις σκέψεις μου. Κοιτούσα το χορό που κάνουν όταν φυσάει και τα σχήματα που παίρνουν. Άλλοτε να μοιάζουν με κύματα κι άλλοτε με δίνες.
Κοιτούσα το βουνό απέναντι από το παράθυρό μου. Τα χρώματα που έπαιρνε ανάλογα με τις εποχές. Καταπράσινο την άνοιξη με κόκκινες και κίτρινες πινελιές, ξανθό το καλοκαίρι, πορτοκαλί με κίτρινο το φθινόπωρο και γκρίζο το χειμώνα.
Άλλοτε έκλεινα τα μάτια και επικεντρωνόμουνα στην όσφρηση.
Μάης, από τους αγαπημένους μου μήνες. Ο αέρας γεμάτος από τη μυρωδιά τής ανθισμένης πορτοκαλιάς, της πασχαλιάς, της βιολέτας. Η φύση σε αναβρασμό.
Την ημέρα όταν ο ήλιος είναι ψηλά να αισθάνεσαι της ζεστές του ακτίνες να σε αγκαλιάζουν και το βράδυ να πέφτει η υγρασία και να σου τρυπάει τα κόκαλα. Ακολουθούσα με τα μάτια μου το πέταγμα των πουλιών.
Τα κοράκια που κάθε σούρουπο γέμιζαν τον ουρανό και ξεσήκωναν τον κόσμο από τις φωνές τους. Καθόμουν σιωπηλή και άκουγα το κελάηδημα του αηδονιού στον τεράστιο πλάτανο.
Τις παιδικές φωνές που κατέληγαν σε καυγάδες και πάλι σε γέλια.
Τις κουβέντες από τις νοικοκυρές που έβγαιναν στο δρόμο να σκουπίσουν και να κάνουν την ημερήσια κοινωνική κριτική.
Τότε ήταν που κρυβόμουν πίσω από την κουρτίνα και κρυφογελούσα με όσα τις άκουγα να λένε.
Όχι, δε μου άρεσε να μένω μέσα και να μην παίζω με τα άλλα παιδιά.
Ήταν οι δικές μου στιγμές εκείνες στο παράθυρο. Οι στιγμές που επέλεγα να αδειάζω το μυαλό μου και να γίνομαι απλός παρατηρητής του κόσμου.
Μεγαλώνοντας διατήρησα τη  συνήθεια. Όταν σπούδαζα, στεκόμουν μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Παρατηρούσα τους περαστικούς που έτρεχαν, στην κυριολεξία. Την κίνηση των αυτοκινήτων, που έμοιαζαν με σαλιγκάρια. Το γκριζοκίτρινο χρώμα του ουρανού που μόλις που φαινόταν πάνω από τις ψηλές ταράτσες των πολυκατοικιών.
Τα επίμονα κορναρίσματα των οδηγών αντηχούσαν σαν κακοφωνίες στ’ αυτιά και μου χαλούσαν την αυτοσυγκέντρωση. Προσπαθούσα να τα απωθήσω και να εστιάσω στα όμορφα.
Άκουγα τα γουργουρίσματα των περιστεριών που ερχόντουσαν στο κάγκελο, μια και φρόντιζα να τα προσκαλώ με ψίχουλα. Τους πλανόδιους οργανοπαίκτες που περνούσαν κάθε Κυριακή και χρωμάτιζαν με τις μελωδίες τους το γκρίζο.
Διαφορετικές εικόνες, ήχοι, μυρωδιές από εκείνες που είχα συνηθίσει, χωρίς καμία διάθεση να σταματήσω την παρατήρηση.
Ακόμα κοιτάζω έξω από το παράθυρο όπως έκανα από μικρή.
Ίσως επειδή εκείνη τη στιγμή πιάνω την κουβέντα στο παιδί που κρύβω μέσα μου.  


 15.5.2012 

Στις κάλπες η Ελλάδα αναστενάζει

Παρατηρώ από τη μέρα που προκηρύχτηκαν οι εκλογές, έναν αγώνα δρόμου των υποψηφίων να μειώσουν τους αντιπάλους τους και να πείσουν ότι αυτοί είναι οι καλύτεροι.
Αυτοί είναι οι κατάλληλοι σωτήρες να βγάλουν το μισοβυθισμένο καράβι από τη θύελλα. Ο ένας βρίζει τον άλλον.
Οι μεσαίοι ψιλοδεξιοί βρίζουν τους φασίστες-ακροδεξιούς, τους κουκουέδες, τους ψευτοσοσιαλιστές.
Οι  κουκουέδες βρίζουν τους αριστερούς που δεν συντάσσονται μαζί τους.
Όλοι βρίζουν τους φασίστες, οι οποίοι χαίρονται που θα μπουν στη Βολευτή ε...στη Βουλή.
Και όλα αυτά γίνονται εκ τους ασφαλούς.
Πολιτικές εκστρατείες μέσω του φβ (facebook) ή του τουίτερ, παίρνουν και δίνουν.
Ξεκατινιάσματα στα ποστ, ο ένας βρίζει τον άλλον, όλοι έχουν άποψη για όλα.
Πολιτικά προγράμματα αραδιάζονται μπροστά στα μάτια μας. Απόψεις, λύσεις, ταξίματα.
Οι πένες έχουν πάρει φωτιά και μαζί τους έχουν συμπαρασύρει και τα πληκτρολόγια.
Άλλοι έχουν το θράσος να ζητάνε συγνώμη και να εμφανίζονται σε άδεια ή μισογεμάτα στάδια και χωρίς ίχνος τσίπας να ζητούν εκ νέου την ψήφο μας.
Άλλοι βγαίνουν σε τηλεοπτικά παράθυρα, με το ανάλογο σκηνικό και ύφος, δίνοντας την παράσταση της ζωής τους.
Λέτε όλους αυτούς να τους έπιασε ο πόνος για τη χώρα, το μέλλον της και τους πολίτες της; Αυτούς που κατηγορούν ότι μαζί τους τα έφαγαν;
Δε λέω ότι δεν υπάρχουν πολλοί από μας που προσκύνησαν για θεσούλες, που έγλειψαν, που λάδωσαν, που συντήρησαν το σύστημα. Και συνεχίζουν.
Υπάρχουν και οι άλλοι. Εγώ για κείνους μιλάω. Που είναι έντιμοι και αξιοπρεπείς στη ζωή τους.
Που μαζί με τα λαμόγια κάηκαν κι αυτοί, όπως τα χλωρά με τα ξερά.
Που μειώθηκε ο μισθός τους γιατί το αφεντικό έβγαλε μερικές χιλιάδες λιγότερες από πέρσι.
Για εκείνους που σπούδασαν, «παραμορφώθηκαν» για τα ελληνικά δεδομένα και τελικά ξενιτεύονται.
Για εκείνους που τους κρατούσαν μια ζωή ποσοστό του μισθού τους, για να έχουν μια αξιοπρεπή σύνταξη στα γεράματά και τώρα σέρνονται στα σκουπίδια.
Για εκείνους που πλήρωναν κανονικά τους φόρους και τους ζητάνε να πληρώσουν κι άλλους.
Γι’ αυτούς που είναι στα είκοσι και κάτι, που μόλις τελείωσαν το πανεπιστήμιο και δεν βλέπουν φως πουθενά.
Για εκείνους που είναι στα τριάντα και «κουτσοδουλεύουν», δηλαδή για τα μάτια της επιθεώρησης εργασίας εργάζονται ως τετράωροι, αλλά κανονικά εργάζονται 8 και 10 ώρες.
Ή εκείνους που έμειναν άνεργοι και πολλοί δεν έχουν προοπτική να δουλέψουν ξανά, εκείνους που σέρνονται στις πόρτες ζητιανεύοντας ένα πιάτο φαγητό, εκείνους που είναι στα σαράντα με στεγαστικό και παιδιά.
Για εκείνους που τόλμησαν να ανοίξουν δική τους επιχείρηση λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση και αναγκάστηκαν να την κλείσουν ή ετοιμάζονται να το κάνουν, χάνοντας ό,τι επένδυσαν σε χρήμα και όνειρα.
Εκείνους που αυτοκτονούν είτε γιατί δεν αντέχουν να χάσουν τη βολή τους, είτε γιατί δεν αντέχουν να τους τσαλαπατούν τα ιδανικά ή τα όνειρά τους.
Για τα παιδιά που τώρα γεννιούνται και το μέλλον τους είναι ήδη υποθηκευμένο.
Έχοντας όλα αυτά κατά νου, εύλογα μου γεννάται το εξής ερώτημα: ποιος θα με πείσει ότι μπορεί, ότι θα δουλέψει πλάι μου για να αναγεννήσει αυτό τον φοίνικα από τις στάχτες του;
Ποιος θα μπορέσει να με πείσει ότι μπροστά έχει μόνο φως;
Ποιος, που οι περισσότεροι δείχνουν να θέλουν τη μερίδα του λέοντος για πάρτη τους και σφάζονται σαν μονομάχοι στην πολιτική αρένα;


 2.5.2012 

highway to hell ή αλλιώς ταξίδι στην εθνική οδό

Μετά από πολύ καιρό, αποφάσισα να πάρω το αυτοκίνητο να μετακινηθώ στον οδικό άξονα Θεσ/κης – Αθήνας και να συνεχίσω, φτάνοντας μέχρι Καλαμάτα.
Εθνική οδός, λένε. Νέα οδός ΑΕ, Αυτοκινητόδρομος Αιγαίου, Ολύμπια οδός, Μορέας ΑΕ, Αυτοκινητόδρομος Κεντρικής Ελλάδος, είναι μερικά από τα ονόματα που υπάρχουν στις αποδείξεις διοδίων που μάζεψα ως σουβενίρ.
«Εθνική οδός» όμως, πουθενά. Βαρέθηκα να σταματάω κάθε 80-100 χιλιόμετρα και να πληρώνω.
Εικοσιπέντε ευρώ είναι αρκετά τσουχτερό αντίτιμο για τη χρήση ενός οδικού άξονα 600 χιλιομέτρων περίπου.
Και να ήτανε της προκοπής, να το δεχτώ.
Όμως, σ’ αυτούς τους δρόμους, που ανάλογα με το πού βρίσκεσαι έχουν και άλλο όνομα, οι λακκούβες και τα σαμαράκια είναι must, ο φωτισμός ανεπαρκής και στα περισσότερα σημεία ανύπαρκτος.
Για να μην αναφέρω τις ανάποδες κλίσεις στο οδόστρωμα, που λίγο να βρέξει, μετατρέπεται σε λίμνη. Η τσουλήθρα ή οι χορευτικές φιγούρες με το αυτοκίνητο αναπόφευκτες αν έχεις αναπτύξει ταχύτητα όπως συνηθίζεται σε εθνικό οδικό άξονα. «Highway to hell» στο ραδιόφωνο και συνεχίζω.
Καθώς οδηγώ στην «Εθνική» αλλά και στο επαρχιακό δίκτυο, παρατηρώ οδηγικές συμπεριφορές που αλλάζουν από τόπο σε τόπο.
Πλησιάζοντας στο κλεινόν άστυ για παράδειγμα, οι οδηγοί είναι νευρικοί. Αλλάζουν λωρίδες ακόμα και στα διόδια, μήπως και γλιτώσουν κάνα δευτερόλεπτο. Λες και τους είχανε δεμένους και ξαφνικά τους αμολάνε. Άκρως εκνευριστικοί.
Όμως ο νόμος του Μέρφυ καραδοκεί, διότι πάνω που αλλάζουν λωρίδα, η λωρίδα στην οποία βρίσκονταν προηγουμένως πάει πιο γρήγορα και χτυπιούνται σα χταπόδια για την τύχη τους.
Και όλα αυτά σημειωτέον, χωρίς τη χρήση φλας. Είναι υπερτιμημένο φαίνεται.
Τι κι αν στο Σχηματάρι υπάρχει τεράστια φωτεινή πινακίδα που γράφει «Χρησιμοποιείτε το φλας»;
Εντελώς γελοίο να γίνονται ταμπέλα τα αυτονόητα, αλλά αν έχεις οδηγήσει στην «Εθνική» οδό, καταλαβαίνεις απόλυτα τη χρήση της συγκεκριμένης πινακίδας.
Πας κανονικά στη λωρίδα σου και ο πισινώς ερχόμενος για να σε προσπεράσει, ανάβει τους προβολείς κάνοντας σινιάλο. Τους αναβοσβήνει με μανία, για να δηλώσει «κάνε στην άκρη να περάσω ρε!».
Και σκέφτομαι πόσο μάγκας ή μια από βλάκας είναι αυτός που κάνει δυο κινήσεις αντί μιας, για να δηλώσει ότι θέλει να σε προσπεράσει.
Καλά, το ότι ο ΚΟΚ προβλέπει τη χρήση φλας, δεν υπάρχει. Το φλας είναι για να στρίβουν ή να αλλάζουν λωρίδα. Η τήρηση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας δεν είναι μαγκιά άλλωστε.
Τότε έρχονται τα γαλλικά στην άκρη της γλώσσας μου.
Πάμε παρακάτω.
Εσείς πόσο καλά γνωρίζετε πως η οδήγηση σε επαρχιακό δρόμο αποτελεί περιπέτεια;
Δε μιλάω για το οδικό δίκτυο το οποίο είναι στην κρίση του εκάστοτε τοπικού άρχοντα αν θα είναι βατό, αλλά στον τρόπο οδήγησης των ντόπιων.
Τσιφλίκι τους θεωρούν το δρόμο, παρκάρουν όπως να ‘ναι και όπου να ‘ναι, οδηγούν και σταματούν στα ξαφνικά μπροστά σου χωρίς καμία προειδοποίηση, στα φρένα εσύ και το αυτοκίνητο στο χοροπήδημα.
 Όχι ότι δε συμβαίνει γενικά στο δρόμο αυτό, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι πιο έντονο. Το φλας κι εδώ υπερτιμημένο. Η προσπέραση πάνω σε στροφή, δεδομένη.
Η μαγκιά να τρέχει από τα μπατζάκια ακόμα και σε καλόγριες.
Προφανώς η συμπεριφορά στην οδήγηση δεν είναι ζήτημα θείας φώτισης που αποκτιέται με προσευχή. Οι καλόγριες που με προσπέρασαν επάνω σε στροφή χωρίς φλας σε επαρχιακό δρόμο το απέδειξαν.
Παιδεία, φλασάκι, οδήγηση. Καμία σχέση.
Φυσικά δεν έλειψαν και τα τροχαία.
Άλλη μια πασχαλινή έξοδος λοιπόν, που λόγω «μαγκιάς» και «άρτιας» κατασκευής των δρόμων, δεν χαρακτηρίστηκε αναίμακτη.


 18.4.2012 

Εσύ αμάρτησες καθόλου σήμερα;

Πάσχα έρχεται. Συνήθως πακέτο πάνε τα αμαρτήματα και η ιστορία ότι κάποιος σταυρώθηκε για να μας λυτρώσει από αυτά.
Φλερτάρω με τον αφορισμό το γνωρίζω, αλλά θα το αντέξω.
Σκέφτομαι ότι η χριστιανική θρησκεία προσπάθησε να εξορίσει τα αμαρτήματα στο πυρ το εξώτερο μάλλον ανεπιτυχώς, αλλά πιο πριν, φρόντισε να μας φορτώσει με ενοχές.
Αλαζονεία, απληστία, ζηλοφθονία, λαγνεία, οργή, λαιμαργία, οκνηρία.
Αδυναμίες που όλοι έχουμε λίγο έως πολύ. Στο άκουσμα τους, μας έρχονται στο νου διάφορα.
Εμένα πάντως, μού έρχεται η εικόνα του φυλακισμένου που σέρνει με δυσκολία τη μπάλα τη δεμένη από το πόδι του.
Ή, σκηνές από την ταινία «Seven».
Η επιστήμη από την άλλη, εξετάζει αυτές τις αδυναμίες μας, αποδίδοντάς τις στις σημερινές τους διαστάσεις. Τα αμαρτήματα όπως καθορίζονται σήμερα, όχι βέβαια από την εκκλησία, αλλά από την τεχνολογία και το life style, που φυσικά δεν πέθανε, αλλά ζει και βασιλεύει.

1. Επιθυμητή αλήθεια. Βρίσκεσαι με ένα παλιό σου συμμαθητή τυχαία στο δρόμο και πας για έναν καφέ, να πείτε τα νέα σας. Έχετε να μιλήσετε κάτι χρόνια. Αρχίζει να σου αραδιάζει ένα κάρο γεγονότα που εσύ ήδη γνωρίζεις από άλλη πηγή ότι δεν έχουν γίνει ακριβώς όπως τα περιγράφει. Tα εξιστορεί όπως προτιμά εκείνος να είχαν γίνει. Δεν μπαίνει στον κόπο να συγκεντρώσει και να αξιολογήσει τα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να ζήσει την αλήθεια που θέλει. Την περιγράφει και ησυχάζει. Αμάρτημα για φάπες.

2. iPhonοφιλία. «Πάλι με το iphone στο χέρι είσαι;» μού λέει η μάνα μου. Πρόκειται για το κόλλημα τού να κοιτάζει κανείς συνεχώς το «έξυπνο» τηλέφωνό του για να μη χάσει πχ. λεπτό από τις ενημερώσεις στο Facebook. Χάνεται η μπάλα μεταξύ εικονικής πραγματικότητας και ζωντανών διαπροσωπικών σχέσεων. Σοβαρό αμάρτημα.

3. Μυωπία αλληλεγγύης. Από αυτό πάσχουμε πολλοί Έλληνες νομίζω. Από εγωκεντρική κοντοφθαλμία που κοιτάει το τωρινό όφελος και δεν εστιάζει στο τι θα ωφελήσει τους άλλους. Αν κοιτάζουμε το προσωπικό μας συμφέρον στον μικρόκοσμό μας, δεν θα μείνει τίποτε που να θυμίζει ότι η γενιά μας υπήρξε κάποτε. Και όσοι θα τη θυμούνται, δε θα έχουνε να πούνε τίποτε καλό. Βαρύ αμάρτημα.

4. Δικαιωματισμός. «Δεν είδες την εκπομπή του τάδε, στο τάδε κανάλι, που μιλούσε για την τάδε, που έκανε το τάδε;» Ε, όχι, δεν! Αυτή η απαίτηση τα επουσιώδη αιτήματα του καθενός, όχι μόνο να ικανοποιούνται απόλυτα, αλλά επιπλέον να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον και του υπόλοιπου κόσμου, βγάζει πολλούς εκτός εαυτού. Αμάρτημα ενοχλητικό.

5. Επικοινωνία για ψύλλου πήδημα. «Έλα Αλέκο; Τι να μαγειρέψω σήμερα;» ακούς τη θείτσα να φωνάζει στο κινητό μέσα στο μετρό ή ακόμα και την ώρα που βρίσκεται σε νεκρώσιμη ακολουθία. Πώς αλλιώς θα δείξει η μαντάμ ότι έχει κινητό και μάλιστα τελευταίας τεχνολογίας με φουτουριστικό σχεδιασμό και ξέρει να το χειρίζεται; Το ίδιο ισχύει για κάθε άσκοπη χρήση κινητού και κάθε κινητόπληκτο χρήστη. Επιδεικτικό αμάρτημα.

6. Υπερχρέωση. Τάση της εποχής μας να αγοράζουμε αγαθά που δεν χρειαζόμαστε, με χρήματα που δεν έχουμε (πια), για να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους που ούτε καν συμπαθούμε. Αυτή είναι η γελοία πλευρά του θέματος. Το ότι πολιτικοί και κυβερνήσεις δαπανούν πέρα από τις δυνατότητές μας, δανείζονται για να καλύψουν και να συντηρήσουν πελατειακές σχέσεις, τρώνε με χρυσά κουτάλια αυτοί και η ομήγυρη τους, δημιουργώντας χρέη τα οποία θα επωμιστούν μελλοντικές γενιές, δε μας θυμίζει τίποτα (;). Αμάρτημα σε βαθμό κακουργήματος.

7. Ξενοφοβία. «Σαπούνι, σαπούνι, μερέντα». Γνωστό, άκρως ρατσιστικό ανέκδοτο. Βλέπετε, είναι πολύ εύκολο να θεωρούμε τους ανθρώπους άνισους. Να παραβλέπουμε την ανθρώπινη υπόσταση πολλών που προέρχονται από άλλες χώρες και άλλες φυλές. Δεν αξίζουμε την ίδια ζωή όλοι. Ευτυχώς αυτό αντισταθμίζεται με την εκπαίδευση, λένε οι έρευνες, αλλά, ισχύει;…Αμάρτημα ασήκωτο.

Τα αμαρτήματα σου δίνουν την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Κι όμως είναι σκλαβιά.
Από την οκνηρία ως την αλόγιστη χρήση του κινητού και από τη λαγνεία ως την υπερχρέωση, μόνο κάγκελα μυρίζουν. Κάγκελα από τη σάρκα και το αίμα μας.
Δεν χρειάζονται ενοχές. Αλλαγές χρειάζονται.


 4.4.2012

Μια φορά και τον κακό σου τον καιρό

Αντίθετα με τις διάφορες τάσεις στη μόδα οι οποίες έρχονται και παρέρχονται, τα παραμύθια δεν έπαψαν ποτέ να είναι trendy.
Οι πολιτικοί παραμυθιάζουν τους αδαείς, για να κερδίσουν την ψήφο τους, τα αρσενικά παραμυθιάζουν τα θηλυκά, για να κερδίσουν την προσοχή τους.
Τη δουλειά τους κάνουν και οι μεν και οι δε.
Οι μεν πολιτικοί θέλουν την εξουσία, οι δε αρσενικοί να αυξήσουν τα ονόματα στη λίστα των κατακτήσεών τους, για να ‘χουν να λένε με τα φιλαράκια.
Αν οι ψηφοφόροι πάνε σαν πρόβατα στη σφαγή και τα κοριτσάκια ζουν στον κόσμο τον πριγκιπικά πλασμένο, τότε η πλάνη  θα πετύχει το σκοπό της και όλοι θα έχουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί.
Το δόκανο στήνεται αριστοτεχνικά. Κι ενώ το βλέπουμε μπροστά μας, πατάμε πάνω του. Το λιγότερο που μπορούμε να πάθουμε, είναι να κατακομματιαστεί άσχημα το πόδι μας, μέχρι να επιστρέψει ο κυνηγός να μας αποτελειώσει.
Και είμαστε πολλά τα «πρόβατα» και οι «πριγκιποπούλες», τελικά.
Στην πρώτη περίπτωση φταίει η προσδοκία του καθενός για οφέλη με την ψήφο του. Άλλος θέλει να διοριστεί και τρέχει να μαζέψει ψηφαλάκια για τον υποψήφιο βουλευτή που του ‘χει τάξει θεσούλα, συντηρώντας έτσι το σύστημα του παραμυθιού. Άλλος γιατί πιστεύει στο ίδιο το παραμύθι-όραμα που του έχουν σερβίρει.
Φαύλος ο κύκλος του παραμυθιού.
Στην περίπτωση των θηλυκών, μάλλον φταίει το γεγονός ότι έχουμε γαλουχηθεί με την ιδέα του πρίγκιπα που σώζει την πριγκιποπούλα από τον πύργο ή την κακιά μητριά. Χρόνια τρώμε το παραμύθι, από την ώρα που γεννιόμαστε.
Πλύση στην πλύση, είναι να μην περιμένεις τον πρίγκιπα με τις καραμέλες μετά; Συνήθως αυτές οι καραμέλες είναι τόσο γλυκές, που δεν μπορούμε να τους αντισταθούμε. Σε πάνε κατευθείαν, ξανά στο δόκανο.
Ψηφοφόροι και wannabe πριγκίπισσες, είμαστε ήδη λαβωμένοι, από άλλο παραμύθι.
Αλλά ξαναπέφτουμε στο δόκανο και μετά δεν προσπαθούμε να φύγουμε. Καθόμαστε σαν άβουλα ζώα - τρόπος του λέγειν, γιατί και τα πιο αδύναμα ζώα θα προσπαθήσουν να ξεγαντζωθούν από την παγίδα –περιμένοντας τη χαριστική βολή που αντηχεί κάπως έτσι: «Δεν είμαι έτοιμος να δεσμευτώ», «Δεν γίνονται προσλήψεις» και άλλες τέτοιες μπούρδες, ώσπου φέυγουμε τρέχοντας για το επόμενο παραμύθι, πανομοιότυπο του προηγούμενου βεβαίως.
Και αφού το ξέρουμε εκ των προτέρων ότι μετά το παραμύθι έρχεται το δόκανο, εμείς εκεί.
Λοιπόν, καιρός να κοπούν οι αηδίες. Παραμύθια τέλος. Αυτή η μόδα δε φοριέται με τίποτα πια.
Τους δράκους τους και σ΄ άλλους πλανήτες! Κι όλα τα δόκανα βαθιά μες τη χωματερή.


 29.3.2012 

Η μουσική της ανακύκλωσης

Όταν η τέχνη συνδυάζεται με την οικολογία και συνυφαίνεται με τη μουσική, δημιουργούνται έργα τέχνης σαν αυτά που κατασκευάζει ο Χρήστος Τσόνιας: μουσικά όργανα από ανακυκλωμένα υλικά.
Η πρώτη του επαφή με τη ζωντανή μουσική, ήταν όταν άρχισε να εργάζεται στο μουσικό σχολείο της Κομοτηνής ως φύλακας.
Μια και έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα με οποιοδήποτε είδος κατασκευών, ξεκίνησε επισκευάζοντας δύο βιολιά και κατέληξε να κατασκευάσει μια σειρά από μουσικά όργανα, όλα φτιαγμένα από ανακυκλώσιμα υλικά.
Τα έργα του είναι χειροποίητα, μοναδικά παγκοσμίως, από εναλλακτικά υλικά, που στην πορεία γίνονται όλο και περισσότερο παράξενα και εντυπωσιακά, σε σχέδια και σχήματα.
Χρώματα, υλικά, ζωγραφική, γλυπτική και μια διαφορετική στιλιστική διάθεση, τα οποία έδεσαν με τη μουσική και όλα μαζί δημιούργησαν ένα σύνολο που διεγείρει τις αισθήσεις.
Το καθένα είναι ξεχωριστό και απαιτεί ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για την κατασκευή του και φυσικά γίνεται με κόπο, πολλές δυσκολίες, υπομονή, αλλά και με πολύ μεράκι.
Αποτελεί χρηστική μορφή τέχνης, μια και τα μουσικά όργανα παίζουν κανονικά και δεν υστερούν σε σχέση με τα κανονικά.
Μαζί του συνεργάστηκαν καθηγητές και μαθητές του μουσικού σχολείου και δημιούργησαν δύο μουσικά σχήματα.
Τους EcoArt Band και ArtEco Band. 
Για περισσότερες πληροφορίες και επικοινωνία, μπορείτε να επισκεφετείτε την επίσημη ιστοσελίδα τους ΕΔΩ.
Επίσης διαθέτουν και σελίδα στο facebook.

«Μέσα σε τόσο χρώμα, μουσική, φως, κίνηση, υπάρχει πάντα κάτι νέο να δημιουργήσεις και να ανακαλύψεις».


 28.3.2012 

Προσοχή στην πόρτα

Είναι κάποιες πόρτες, που όταν τις περνάμε μας πιάνει κρύος ιδρώτας.
Όχι γιατί έχουμε φοβία, αλλά γιατί μας τρώει η αμφιβολία αν όλα θα πάνε καλά.
Μια τέτοια πόρτα πέρασα πριν λίγες μέρες.
Εκεί που καθόμουν και έπινα αμέριμνη τον καφέ μου, χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν ήταν η ώρα περίεργη για να ανησυχήσω, οπότε απάντησα χαλαρά.
Τα νέα που άκουσα έκαναν το αίμα μου να παγώσει. Ένα «όχι πάλι!» πρόλαβα να ψελλίσω, πέταξα το τηλέφωνο και άρχισα να ντύνομαι πανικόβλητη. Έκανα άσχημες σκέψεις την ώρα που οδηγούσα και την ίδια στιγμή προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
Φτάνοντας στην εν λόγω πόρτα, μπήκα τρέχοντας. Ήθελα να μάθω, να βεβαιωθώ ότι δεν είναι αλήθεια και ότι είναι απλώς ένα κακό όνειρο. Δεν ήταν.
Όταν βλέπεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο αιμόφυρτο σ ένα φορείο, η καρδιά σου όχι μόνο χάνει χτύπους, αλλά γίνεται και χίλια κομμάτια.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Ψυχραιμία» έλεγε η φωνή μέσα μου.  Μπόρεσα να δείξω ένα συγκρατημένο χαμόγελο λίγο πριν τον πάρουν πίσω από τις άσπρες πόρτες στα επείγοντα.
Μέχρι να μάθω κάποιο νέο, αισθανόμουν σα λιοντάρι στο κλουβί. Ήθελα να χιμήξω στον υπάλληλο της εταιρείας φύλαξης που μου έκλεινε το δρόμο και να βρεθώ στο πλάι του αγαπημένου μου.
Τι μου φταίει κι αυτός; Τη δουλειά του κάνει, σκέφτηκα, έχοντας καταφέρει να λογικευτώ.
Τα λεπτά της ώρας μου φαινόταν αιώνας. Κανείς δεν έβγαινε να μου πει κουβέντα.
Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει κάθε φορά που ανοιγόκλειναν οι λευκές πόρτες. Κάποια στιγμή ακούω από τα μεγάφωνα «η συνοδός τάδε να περάσει στο χειρουργικό». Χωρίς δεύτερη σκέψη, παραμέρισα το δύστυχο φύλακα και τρέχοντας έφτασα στο συγκεκριμένο χώρο.
Μια άλλη πόρτα που έλεγε απαγορεύεται η είσοδος, μου έκοψε τη φόρα.
Όλο πόρτες μπροστά μου σήμερα, σκέφτηκα.
Χτύπησα δυο φορές. Βγήκε μία νοσοκόμα να μου πει πάλι να περιμένω. Προσπάθησα να της πάρω κουβέντα αλλά μάταια.
Η αγωνία στο ζενίθ. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα και μου έδωσαν κάτι χαρτιά για να πάρω τις κατάλληλες σφραγίδες από έναν υπάλληλο που βρισκόταν πίσω από μια άλλη πόρτα.
Διεκπεραίωσα τη δουλειά και αμέσως πάλι πίσω. Έδωσα τα χαρτιά και πριν προλάβω να πω κουβέντα, η πόρτα έκλεισε πάλι μπροστά μου.
Η αναμονή μου τσάκισε το νευρικό σύστημα. Καταρρακωμένη από τις μαύρες σκέψεις, το χρόνο που περνούσε και την αγωνία που κορυφωνόταν, έκατσα στο σαλόνι των επειγόντων, έχοντας την ανάγκη να καπνίσω ένα τσιγάρο από τα κομμένα.
Πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, γιατί οι υπόλοιποι συνοδοί με κοιτούσαν επίμονα. Δεν άντεξα. Ξαναβρέθηκα μπροστά στην πόρτα, τη χτύπησα κι αυτή τη φορά μου είπαν περάστε. Τι ανακούφιση!
Μπήκα δειλά μέσα. Στο βάθος αντίκρισα τον αγαπημένο μου καλωδιωμένο, χωρίς αίματα πια, να με ψάχνει με το βλέμμα.
Ο γιατρός μου εξήγησε τι είχε συμβεί όση ώρα περίμενα, με κάθε λεπτομέρεια.
Εν τέλει, τη γλιτώσαμε με μια διάσειση, θλαστικά τραύματα, μώλωπες, εκδορές και μερικά ράμματα.
Φεύγοντας άφησα την πόρτα να κλείσει πίσω μου, ευχόμενη να μη βρεθώ ποτέ στη θέση να την περάσω ξανά.
Δεν ξέρω αν θα πιάσει η ευχή, γιατί οι πόρτες στη ζωή ανοιγοκλείνουν συνέχεια. Μπαίνεις, βγαίνεις και συνεχίζεις.


 25.3.2012 

Η στιγμή που περνά και χάνεται

Έρχονται κάποιες στιγμές στη ζωή σου, που βάλλεσαι από παντού, δέχεσαι απανωτά τα χτυπήματα, σαν να έχεις γεννηθεί με σήμα το σκοτάδι και με τίποτα με ένα αστέρι.
Κι αυτό συμβαίνει σε όλους τους τομείς της ζωής σου. Φως και χαρά από πουθενά.
Τότε λες, πραγματικά, δεν αντέχω άλλο. Θες ο χρόνος να σταματήσει και να παγώσουν όλα. Να μην έχει ούτε πίσω ούτε μπρος. Μόνο τη στιγμή. Να μπορέσεις μόνο να αναπνέεις, για να βρεις την απαιτούμενη διαύγεια να προσπεράσεις τους τεράστιους τοίχους που βρίσκονται γύρω σου δημιουργώντας τον ασφυκτικό κλοιό.
Κορίτσι ήσουν όταν ήρθε το πρώτο χτύπημα.
Δεν μπορούσες να διανοηθείς ότι θα έχανες το αίμα σου, τον αδερφό σου. Ότι θα έφευγε μια μέρα με ταχύτητα απ’ τη ζωή σου και θα σε άφηνε μόνη.
Και πριν προλάβεις να συνέλθεις, ένας άλλος θάνατος έρχεται να σου χτυπήσει την πόρτα, λες και η ζωή σου είναι ο προορισμός του. Αυτή τη φορά, είναι ο πρώτος έρωτας της ζωής σου. Αυτός που πρώτος σε πήρε αγκαλιά στο μαιευτήριο και σε έδειχνε παντού, καμαρώνοντας. Ο μπαμπάς σου.
Εκείνος που, όταν έκλαιγες, ήταν το σίγουρο καταφύγιό σου. Η αγκαλιά του απέραντη και πανάκεια σε κάθε σου πρόβλημα.
Μαζεύεις την κομματιασμένη σου καρδιά και συνεχίζεις τη ζωή σου. Πηγαίνεις στη δουλειά σου, παρηγορείς και στέκεσαι στη μάνα σου που την χαρακτηρίζουν χαροκαμένη και φοράς το πιο δυνατό χαμόγελο που μπορείς να βάλεις, για να είσαι δίπλα της.
Λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές. Έτσι το λένε.
Μάλλον κάποιος που δεν τις έχει νιώσει το’ πε αυτό, σκέφτεσαι. Η απώλεια και η απουσία είναι πολύ σκληρές.
Με το ζόρι σηκώνεσαι από το κρεβάτι. Οι φίλοι σου σ’ έχουν κάνει πέρα για να μην κολλήσουν «θανατίλα» όπως χαρακτηριστικά είπε η πρώην επιστήθια φίλη σου, λίγο πριν το γάμο της. Λες και είναι ίωση και θα κολλήσει.
Πεισμώνεις τότε. Λες όχι, δε θα σας κάνω το χατίρι. Θέλω να ζήσω.
Γυρνάς τη ζωή σου τούμπα. Αναλαμβάνεις την οικογενειακή επιχείρηση στην οποία οι γύπες –συγγενείς- σου έχουν χώσει νύχια και ράμφη και ξεσκίζουν τις σάρκες της.
Και κει που παίρνεις τα πάνω σου και για πρώτη φορά μετά από χρόνια αισθάνεσαι δυνατή, έρχεται ο έρωτας.
Τι όμορφα που είναι. Σα να ευλογήθηκες ξαφνικά. Ζεις και αναπνέεις όχι μόνη, αλλά δίπλα του. Ήθελες απεγνωσμένα να γεμίσεις το κενό του άλλου σου μισού.
Όμως το σκοτάδι καραδοκούσε στη γωνία. Λίγες μέρες πριν το γάμο σου, βρίσκεις το σημείωμα. «Δε γίνεται να παντρευτούμε, δε γίνεται να είμαστε μαζί», σου έγραφε.
Ο κόσμος σου γκρεμίζεται σα να ήταν πύργος από τραπουλόχαρτα. Νιώθεις πάνω σου τα βλέμματα του οίκτου. Σέρνεσαι και πάλι. Λες, δεν αντέχω άλλο. Δεν έχω από πουθενά να κρατηθώ.
Μπαίνεις στην αποθήκη. Κρατάς στα χέρια σου το σκοινί που πιστεύεις ότι σε λίγο θα σου δώσει τη λύτρωση. Φτιάχνεις τη θηλιά. Τα μάτια σου γεμάτα δάκρυα, το κορμί σου μουδιασμένο, το μυαλό σου θολωμένο.
Κατάφερες να παγώσεις το χρόνο, όπως ήθελες, δίνοντας μια κλωτσιά στην καρέκλα που σε κρατούσε στη ζωή.
Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν «αυτοκτόνησε λόγω ερωτικής απογοήτευσης». Ήταν η μέρα που διάβασα την αναγγελία σου θανάτου σου.


 20.3.2012 

Το μεσαίο δάχτυλο στην πρίζα

Τι κι αν έχει κρίση η χώρα; Κρίση παθαίναμε και παθαίνουμε πάντα εμείς τα ζωντανά. Ειδικά οι γυναίκες. Μπερδεμένες καταστάσεις, ασυνεννοησία, καυγάδες, στραβωμάρες και τότε μια κρισούλα ή κρισάρα, την παθαίνεις. Άνθρωπος είσαι και λυγάς.
Πάει κάνας μήνας τώρα, που δε μπορώ να συνεννοηθώ με κανέναν.
Κάτι ανάδρομο θα υπάρχει και δεν το πιάνω ή, η ανάδρομη σε όλη τη υπόθεση είμαι εγώ και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κοιτάξω ή να κόψω τον Αλμοδοβάρ.
Σχεδόν κάθε μέρα, όλες τις ερωτήσεις που μου γίνονται θέλω να τις απαντάω με υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού μου.
Μου μιλάει η μάνα μου -η οποία σχεδόν πάντα όταν ανοίγει το στόμα πετάει μαργαριτάρια- και θέλω να σηκώσω το δαχτυλάκι. Αντ’ αυτού, της απαντάω ορθά, τι φταίει η δόλια μάνα που έχει επιπλέον ζάχαρο; Μην τη χάσω και πρόωρα.
Παίρνει το αυτί μου διάφορες συζητήσεις στο δρόμο, στο σουπερμάρκετ, στο fb, για την πολιτική κατάσταση και θέλω να βγω με καλάζνικοφ, να καθαρίσω κόσμο, για το φλόμωμα στη μαλακία, τη λάσπη και το ψέμα.
Λόγια κούφια, ανούσια που λέγονται απλά για να ειπωθούν, φιγούρα και παπατζιλίκι. Πάλι το δαχτυλάκι τρώγεται να το σηκώσω.
Είμαι στο δρόμο κανονικά στην πορεία μου, παραβιάζει ένας βλάκας το στοπ, κοντεύει να πέσει πάνω μου, τσίτα τα φρένα και τότε αρχίζει ο χορός. Ε, βαλς δεν το λες. Καποέιρα μου κάνει και το μεσαίο δαχτυλάκι τσουπ! όρθιο.
Κάτι η σύνδεση της εταιρείας παροχής του -υποτιθέμενου- γρήγορου ίντερνετ που σέρνεται σα σαλιγκάρι αλλά τη χρεώνουν χρυσάφι και δε μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, κάτι ένα δέμα που περίμενα και χάθηκε κάπου μεταξύ ταχυδρομείου και δρόμου για το σπίτι μου, κάτι το τηλέφωνο που δε χτυπάει αν κι έχω μοιράσει ένα κάρο βιογραφικά.
Ε, πόσο πια;
Αλλά δεν τελειώνει εκεί. Γκάφες -αλλού ήταν να το στείλω το μέιλ και αλλού το έστειλα-  μικροατυχήματα - σκάλωσε το τακούνι σε μια τρύπα στο πλακάκι του πεζόδρομου όταν έτρεχα να προλάβω το λεωφορείο και πάρτη φαρδιά- πλατιά κατάχαμα (ποικιλία το μενού).
Να μου έρχεται να φωνάξω σα λύκος στην πανσέληνο, χωρίς να έχει γεμίσει το φεγγάρι.
Όμως, δεν είμαι μόνο εγώ.
Όπου να το συζήτησα τελευταία, όλο και κάποιος έχει να πει το κατιτίς του. Έτσι, για να παρηγοριέμαι ότι δεν είμαι η μόνη που θέλει να απαντάει με το δαχτυλάκι όρθιο.
Καθυστέρηση στο αεροδρόμιο λόγω απεργίας, πακέτο στην αλλαγή των πτήσεων, παραπονιέται ο ένας.
Στη δουλειά, η γραμματέας του γραφείου προσωπικού, μοίραζε λιποθυμίες απόλυσης μαζί με τη μισθοδοσία, μού προφταίνει ο άλλος.
Ασυνεννοησία με το γκόμενο η μία, άλλα του λέει, άλλα καταλαβαίνει και άλλα κάνουν τελικά. Καυγάδες με τον άντρα της για ψήλου πήδημα η δεύτερη, στα μαχαίρια σου λέει, με την πεθερά να ανασαίνει στο σβέρκο τους.
Άγχος για τα χαράτσια, αφού χρήματα δεν υπάρχουν να πληρώσουν όλοι.
Τελικά δεν είναι μόνο οι γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, αλλά όπως φαίνεται, όλοι οι Έλληνες το ‘χουμε τελευταία, ο καθένας για τους δικούς του λόγους ή όλοι μαζί, λόγω της κρίσης.
Ουφ! Αγχώθηκα και θα με πιάσει κρίση!


 2.3.2012 

η μάχη των φύλων

«Μα γιατί δεν με καταλαβαίνεις;».
«Γιατί, μήπως ξέρεις τι θες, για να σε καταλάβω;».
Γνωστός διάλογος και μη εξαιρετέος. Η αιώνια πάλη των θηλυκών και των αρσενικών, που ο ένας λέει και ο άλλος δεν κατανοεί, που ο άλλος κάνει πως προσπαθεί να καταλάβει και ο ένας φλυαρεί.
Η μεγάλη ερώτηση του Σίγκμουντ Φρόιντ, στην οποία ούτε εκείνος κατάφερε να απαντήσει «τι θέλει μια γυναίκα» τελικά, έχει ταλανίσει πολλούς.
Και ο Φρόιντ στη λίστα λοιπόν, όσων προσπάθησαν να εισέλθουν στις πύλες του ανεξήγητου, αλλά σύντομα παρέδωσαν τα αντικλείδια.
Κατά καιρούς, έχουν καταβληθεί -υπεράνθρωπες- προσπάθειες να διακωμωδηθεί το ζήτημα τι θέλουν οι γυναίκες, μπας και το προσεγγίσουν έστω και λίγο.
Ο Μελ Γκίμπσον το βρήκε σε μια ταινία, κατορθώνοντας να διαβάσει τη σκέψη τους -καλά κρασιά δηλαδή.
Ο Σταρόβας πάλι, με το άσμα αποτυπώνει επακριβώς, το που έχουν γραμμένο οι άντρες αυτό που θέλουν οι γυναίκες.
Μάταια χτυπιούνται οι άντρες, είτε είναι σύζυγοι, γκόμενοι, φίλοι. Δεν πρόκειται να μας καταλάβουν, όσο κι αν διατείνονται ότι προσπαθούν. Θεωρώ, ότι ούτε καν να προσπαθήσουν θέλουν.
Μάταια χτυπιόμαστε κι εμείς στα πατώματα (;) να περάσουμε τα μηνύματα που θέλουμε.
Τους τη λέμε όμορφα και απέξω–απέξω μη θίξουμε τον ανδρισμό τους και δεν το αντιλαμβάνονται. Το γυρίζουμε αλλιώς και τους κάνουμε νάζια και μούτρα (να υπάρχει και ποικιλία στους ρόλους), μπας και το πάρουν χαμπάρι, αλλά μπα.
Εντέλει, τους μιλάμε στα ίσα, ευθέως, εκφράζουμε δηλαδή επακριβώς το πρόβλημα (διότι ο πλάγιος τρόπος είναι πολυσύνθετος φαίνεται) και βγαίνουμε κατηγορούμενες τελικά, ενώ μάς κοιτάνε λες και είμαστε ούφο.
Χάσμα αγεφύρωτο.
Ε, δε βρίσκεις άκρη. Λες αϊ σιχτίρ και τα παρατάς σε όποια πλευρά κι αν ανήκεις.
Από τη μία, βολεύει απ’ ό,τι φαίνεται να μας λένε ότι είμαστε ακαταλαβίστικες, μωρές, και αλλοπρόσαλλες, ειδάλλως θα πρέπει να παραδεχτούν την ανικανότητά τους (αυτής της μη κατανόησης) και ως ανταγωνιστικά πλάσματα, δεν το σηκώνει το σύστημά τους.
Από την άλλη κι εμείς, σκάμε γάιδαρο.
Εμ, θέλουμε άντρα όμορφο, έξυπνο με χιούμορ και δουλειά (το πορτοφόλι επίσης καμιά δεν μίσησε, ενώ μέχρι πρότινος το δημοσιοϋπαλληλίκι ήταν σιγουράκι επιτυχίας) να μας καταλαβαίνει, να μην πίνει, χαρτοπαίζει, ξενυχτάει, ξενοκοιτάει, να θέλει να κάνει οικογένεια και παιδιά, να είναι καλός μελλοντικός πατέρας, να βοηθάει και στο σπίτι, και πάνω απ’ όλα να είναι ο θεός του σεξ. Το τραγουδάκι ΑΥΤΟ το έχετε ακούσει; Κάτι τέτοιο.
Βρε, δεν υπάρχει όλο το πακέτο λέμε. Ξεκολλάμε επιτέλους από τα παραμύθια. Η κατανόηση είναι ζητούμενο και από τις δυο πλευρές.
Είμαστε διαφορετικοί, άντρες και γυναίκες, απ’ όπου κι αν το δεις το θέμα, δεν άλλαξε ούτε μια φορά από την εποχή του Αδάμ και της Εύας.
Εγγενή -ορμονικά, γονιδιακά - ή επίκτητα, - διαφορετικός τρόπος εκπαίδευσης, περιβάλλον.
Σίγουρα οι άντρες θα περιμένουν τον τόμο του πολυαναμενόμενου βιβλίου «Το πρώτο βήμα για την κατανόηση των γυναικών» που  μόλις κυκλοφορήσει, θα γίνει ανάρπαστο.
Χα! Αρσενικά χαλαρώστε, ασχοληθείτε καλύτερα με κάτι άλλο.
Θηλυκά, πάρτε το χαμπάρι, τα αρσενικά δεν είναι πολυμηχανήματα.
Αν αμφότεροι θέλουμε πλήρη ικανοποίηση από τη συνύπαρξη, μια άλλη γυναίκα είναι πιο κατάλληλη για μια γυναίκα και ένας άλλος άντρας, για έναν άντρα.


27.2.2012 

Τώρα φεύγω

Ήταν χαράματα όταν έριξα δυο ρούχα σε μια τσάντα, σαν τη γάτα πατώντας στις μύτες των ποδιών μου, αθόρυβα, από φόβο μην ξυπνήσεις.
Βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατάω χωρίς να έχει σημασία ο προορισμός. Το μυαλό μου θολωμένο, το κορμί μου έτρεμε και η ψυχή μου αιμορραγούσε ξανά. Και όχι μόνο η ψυχή μου. Το κορμί μου πρώτα. 
Μες το σκοτάδι, ένα φως ξαφνικά μου άλλαξε πορεία. Σήκωσα το χέρι ασυναίσθητα και σταμάτησα το ταξί.
«Στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων», ψέλλισα και το βλέμμα του οδηγού, καρφώθηκε πάνω μου.
Είδα στα μάτια του το χάλι μου και ντράπηκα κατεβάζοντας πιο χαμηλά το κεφάλι, για να κρύψω το πρόσωπό μου.
Στο σταθμό των λεωφορείων λίγο μετά, γκρίζες φιγούρες, γκρίζες πινελιές, στη μέρα που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.
Μια γκρίζα φιγούρα κι εγώ, με πρησμένα μάτια και την απόγνωση χαραγμένη, σε κάθε εκφραστική ρυτίδα που διέθετα.
Το χαμόγελό μου έχει σβήσει και τη θέση του πήρε ένα ανέκφραστο, άχρωμο στόμα.
Οι σκέψεις μου τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εικόνες περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Ζαλίζομαι, αλλά δεν τολμώ να το ομολογήσω ούτε καν στον εαυτό μου.
Αν το κάνω, θα λιγοψυχήσω.
Πλήρωσα το εισιτήριό και στάθηκα στην άκρη, να περιμένω την ώρα της αναχώρησης. Έβγαλα και άναψα τσιγάρο.
Δεν κατέβαινε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, στην πέτρα που ένιωθα για στομάχι. Ο καπνός φούσκωνε τα πνευμόνια μου και περιέργως, έδινε απανωτά χτυπήματα της πέτρας. Με ηρέμησε λίγο. Είχα σταματήσει να κλαίω από ώρα αλλά το σώμα μου, δεν έλεγε να σταματήσει να τρέμει.
Το ταξίδι προς το άγνωστο ξεκίνησε σε πέντε λεπτά. Με γερμένο το κεφάλι στο παράθυρο, κοιτάζω έξω τα πάντα να απομακρύνονται, όπως κι εγώ από κοντά τους. Ξεχνιέμαι εκεί, στο κενό που μένει, σα να μη βλέπω τίποτα.
Δεν κατάλαβα πώς φτάσαμε ως εδώ. Πώς από ερωτευμένα περιστέρια, γίναμε εσύ το αρπακτικό κι εγώ το θήραμα.
Τώρα τρέχω να γλιτώσω. Όχι από σένα, αλλά από τον ίδιο μου τον εαυτό, που σε άφησε να γίνεις εχθρός μου.
Μια φυγή τόσο βέβαιη, όσο το βέβαιο μέλλον που με περιμένει μακριά σου.
Όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλάει με τσιρότα, επιδέσμους ή γύψους. Το δικό μου γυαλί εσύ το έσπασες με το πρώτο χαστούκι, με την πρώτη επίσκεψη στα επείγοντα.
Το δέχτηκα άβουλα και σε δικαιολόγησα από αγάπη.
Από αγάπη; Ας γελάσω άλλη μια φορά πικρά. Από έλλειψη αυτοεκτίμησης το έκανα.
Όμως τώρα, φεύγω.

 23.2.2012 

Οδηγός επιβίωσης στη ζούγκλα του έρωτα: τα του αγίου Βαλεντίνου

Μια και σήμερα είναι η επίσημη γιορτή των ερωτευμένων -λες και όταν είσαι ερωτευμένος δε γιορτάζεις κάθε μέρα-  σκέφτηκα να πω και 'γω τη μαλακία μου.
Υπέθεσα ότι πολλοί θα δίνουν συμβουλές για το τι δώρα να κάνουμε, τι ευχές να ρίξουμε και πού να τις βρούμε για να μην είμαστε κοινότοποι, για το πώς να γιορτάσουμε τη μέρα, πού να πάμε αυτή τη μέρα, πώς να το κάνουμε αυτή τη μέρα, πώς να ντυθούμε αυτή τη μέρα και πολλά άλλα, λες και τον υποψήφιο τον έχουμε στο μούσκιο και κάθεται.
Εγώ ήθελα να κάνω τη διαφορά. Αποφάσισα να γράψω μερικές οδηγίες γι αυτούς που θέλουν να ερωτευτούν (σ)φόδρα και για το πώς να χειριστούν τα βέλη του φτερωτού, ώστε να μη μείνουν με το απραγματοποίητο στο χέρι.
Οδηγίες προς επίδοξους ερωτευμένους δηλαδή, που θέλουν ντε και καλά να είναι ντοπαρισμένοι όλοι την ώρα, έχοντας ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, σιγοτραγουδώντας, με εμφανέστατη τη χαζοχαρούμενη διάθεση.
Άλλωστε, ποιος τυφλός δε θέλει το φως του έρωτα;
Εδώ, έδωσε οδηγίες προς τους ερωτευμένους  η πρώτη κυρία των ΗΠΑ, δε θα δώσω εγώ συμβουλές;
Ας ξεκινήσω λοιπόν την απαρίθμηση, μια και το θέμα είναι καυτό.
Πρώτος και κύριος κανόνας, είναι ότι παραχωρούμε προτεραιότητα.  
Περιμένουμε δηλαδή να μας ερωτευτεί ο άλλος πρώτα.
Τώρα, αν θα είναι αυτός που έχουμε βάλει στο μάτι δεν ξέρω, αλλά περιμένουμε να μας έρθει από δεξιά και τον αφήνουμε να περάσει.
Κι αυτό γιατί, αν δεν παραχωρήσουμε την προτεραιότητα και δεν μας ερωτευτεί ο άλλος, θα έχουμε δράματα, τα οποία σιχαινόμαστε.
Αν δεν πετύχουμε να εφαρμόσουμε τον πρώτο κανόνα μάλλον την πατήσαμε, αλλά και πάλι, υπάρχει τρόπος να τη βγάλουμε καθαρή και να πετύχουμε το στόχο μας.
Απλώς, μας χρειάζεται λίγο φρένο, χρησιμοποιώντας τη λογική. Θα μου πείτε τώρα, ποιος ερωτευμένος χρησιμοποιεί τη λογική; Ε, τουλάχιστον, ας διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας.
Το παίζουμε άνετοι, κυριλέ.
Αν ερωτευτούμε πρώτοι, αγνοούμε το συναίσθημα, γεμίζοντας τη μέρα μας με ένα σωρό δραστηριότητες, που κρατούν το μυαλό μας απασχολημένο.
Αρχίζουμε γιόγκα, αναρρίχηση, ποδηλασία, (οι δραστηριότητες είναι εντελώς ενδεικτικές και ο καθένας μπορεί να βρει ανάλογες του γούστου του) ή πέφτουμε με τα μούτρα στη δουλειά και γυρνάμε την πλάτη στον Φτερωτό.
Αν έχουμε στο μυαλό μας συνέχεια το λεγάμενο, το πιο πιθανό είναι να μη βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας, οπότε σίγουρα θα βρούμε τοίχο και θα μας γίνει μελιτζάνα απ΄ το πρήξιμο. Στανταράκι.
Πακέτο με το κυριλίκι, πάει και το «δεν πέφτουμε με τα μούτρα». Κοινώς, το παίζουμε και λίγο δύσκολοι.
Δεν τρέχουμε πίσω από το αντικείμενο του πόθου, δεν αρχίζουμε το κυνήγι, τα παρακάλια, τα υπονοούμενα και τα ευκόλως εννοούμενα, τα σαχλά κομπλιμέντα, τις γελοιότητες.
Δεν πρήζουμε το θήραμά μας. Θα έχουμε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα και αντί να μας ερωτευτεί θα σιχαθεί.
Συνοπτικά, αν την πατήσουμε πρώτοι, πρέπει να εξασκήσουμε την αρετή της ιώβειας υπομονής.
Όλοι γνωρίζουμε ότι εκείνο που χαρακτηρίζει έναν ερωτευμένο, είναι η ανυπομονησία.
Καλό θα είναι λοιπόν να προσέξουμε μήπως αυτή η ανυπομονησία μας οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, όπως το να βλέπουμε αυτά που θέλουμε να δούμε, ενώ στην ουσία δεν υπάρχουν ή μήπως μας παρασύρει σε ενέργειες και αποφάσεις, για τις οποίες αργότερα θα μετανιώσουμε πικρά.
Υπομονή λοιπόν, ως φάρμακο για την ξεφτίλα.
Κάτι άλλο. Δεν ομολογούμε ποτέ τον έρωτά μας, αν δεν έχουμε σιγουρευτεί ότι κι ο άλλος αισθάνεται το ίδιο μαζί μας. Μούγκα λέμε!
Γιατί αυτό, μπορεί να τον διώξει αν έχει διαφορετικούς σκοπούς.
Από τη μία βέβαια, είναι καλό, διότι ξεκαθαρίζει το τοπίο και προχωράμε προς την κατεύθυνση της επίτευξης τού να ερωτευτούμε και να μας ερωτευτούν, (βρίσκουμε άλλον δηλαδή) από την άλλη όμως, αν την έχουμε πατήσει κι αυτός μας πει το «δε γουστάρω έρωτες» στα μούτρα, τότε θα μας μαζεύουν με το κουταλάκι και θα ψάχνουμε ώμο φιλικό ή σεξ εχθρικό, για να ξεπεράσουμε την ήττα.
Αργά και με το πάσο μας λοιπόν ο έρωτας, γιατί η δυνατή φωτιά τον στεγνώνει και ενίοτε τον καρκανιάζει κιόλας.
Νερό να έχετε μαζί και καλή τύχη.


 14.2.2012