Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Φυγόκεντρες σχέσεις






Σε μία σχέση, έχοντας διανύσει ημικύκλια,
ελλειπτικές τροχιές και ελικοειδείς κινήσεις,
κάποια στιγμή σχηματίζεις έναν κύκλο. 


Ενώ έχεις ξεκινήσει από το σημείο Α και θεωρείς ότι το σημείο Β,
όπου κλείνει ο κύκλος θεωρητικά, θ αργήσει να συμβεί ή θα κρατήσει ουτοπικά για πάντα,
μια αναπάντεχη μολυβιά σε οδηγεί στο κλείσιμο του κύκλου.

Σε μια σχέση υπάρχουν επίσης ελλειπτικές τροχιές,
άλματα ή καμπές - στιγμές απομόνωσης, οι οποίες και λογικές είναι και κατανοητές. 


Άλλωστε οφείλεις ν αφήνεις χώρο στον άλλον ν αναπνέει
και να περιμένεις να σε πλησιάσει εκείνος όταν σε έχει ανάγκη. 


Υπάρχουν όμως και φορές που υπερισχύει η δική σου ανάγκη να τον πλησιάσεις.
Και η πλάτη είναι γυρισμένη.
 

Συνεχώς.
 

Τότε, είσαι στο σημείο που αναπόφευκτα αναλογίζεσαι αν αξίζει να συνεχίσεις να παλεύεις για τη σχέση ή αν έφτασε η στιγμή του Β και το κλείσιμο του κύκλου που σηματοδοτεί το τέλος.  

Όσο κι αν πιέζεις το μολύβι να μην κάνει αυτή την κίνηση,
επειδή ουσιαστικά δεν θέλεις να το κάνεις
και εύχεσαι τα πράγματα να ήταν διαφορετικά,
οι καταστάσεις σε οδηγούν να φτάσεις και να βάλεις την τελεία.
 

Το κλείσιμο τέτοιων κύκλων είναι επίπονο αλλά αναγκαίο
όταν η αδιάφορη σιωπή έχει αντικαταστήσει τις πράξεις και τις λέξεις.
Όταν τα διάστικτα κοινά σημεία δεν ενώνονται πια. 


Η σχέση δεν τελματώνει, αλλά εξελίσσεται μέσα από αλληλεπίδραση.

Όταν η αλληλεπίδραση παύει να υπάρχει και γίνεται μονόπλευρη επίδραση,
είναι καιρός η δράση να πάρει τη θέση της αναβλητικότητας.

Η αναβλητικότητα το μόνο που κάνει είναι να διαιωνίζει  την αρρωστημένη, μίζερη σχέση.

Μια σχέση σε κώμα, πόσες ευκαιρίες ανάνηψης έχει άραγε;
Κάποια στιγμή το παίρνεις απόφαση.
Δεν σταματάς να αισθάνεσαι.
Απλώς, αποδέχεσαι το γεγονός.

Άλλωστε, η ελπίδα ανάνηψης έχει πεθάνει πολύ πριν αποδεχτείς ότι πρέπει να τραβήξεις την πρίζα. 


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η φυγή


"Είναι στιγμές όταν στριμώχνουν τα πράγματα που θέλω ν ανοίξω την πόρτα και ν αρχίσω  να τρέχω", σκέφτομαι συχνά πυκνά τελευταία.
Δεν έχει σημασία το που αλλά ο δρόμος.
Το ταξίδι.
Όχι δεν διακατέχομαι από αισθήματα παραίτησης.
Ούτε είμαι φυγόπονη ή ανεύθυνη.
Η κούραση, η ψυχολογική κυρίως, είναι τέτοια που έρχονται στιγμές που οι ώμοι λυγάνε στο βάρος της.
 Έτσι προκύπτουν διάφορα προβλήματα το οποία έχουν να κάνουν άμεσα μ αυτή την κούραση.
Πολλοί θα πουν ότι η φυγή δεν είναι λύση.
Δεν αντιμετωπίζεις τα προβλήματά σου φεύγοντας, απλώς τα βάζεις στην αναμονή και συσσωρεύονται και είναι πάλι μπροστά σου όταν επιστρέφεις.
Όμως, τον τελευταίο χρόνο αισθάνομαι σα να βρίσκομαι με το κεφάλι μέσα στο νερό όλη την ώρα, όπως οι φάλαινες, και που και που, ανεβαίνω στην επιφάνεια για να πάρω ανάσες.
Το ταξίδι είναι ο τρόπος για να ξεφύγω, έστω για λίγο, από αυτά που χαλάνε την ζωή μου, από αυτά που συνεχώς με απομακρύνουν από την ευτυχία.
Προσπαθώ να σπάσω την κατάντια που επιφέρει η απραξία-αεργία και οι σωματικοί μου πόνοι. Μπορεί να είναι ψευδεύσθηση η (δια)φυγή, αλλά όταν φεύγω, ξεφεύγω, γεμίζω μπαταρίες, παγώνω το χρόνο.
Για μένα το ταξίδι είναι δοκιμασμένη οδός.
Ο δρόμος είναι το φάρμακο.
Δίνει λύσεις.
Όχι ο ίδιος αυτός καθ’ αυτός αλλά η διαδικασία του ταξιδιού.
Προσφέρει καθαρότητα σκέψης και πνεύματος.
 Βοηθά στο να βλέπω τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα του παρατηρητή και όχι του πρωταγωνιστή. Και τότε οι λύσεις έρχονται μόνες τους.
Όταν δεν τις ψάχνω επίμονα.
Υπάρχουν και κάποια προβλήματα δεν έχω την πολυτέλεια να τα βάζω στην αναμονή για να επανέλθω στην επίλυσή τους αργότερα.
Αυτά χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.
Συνήθως, σε τέτοιου είδους προβλήματα η λύση είναι απλή, σύντομη και μπροστά στα μάτια μου. Δε μιλάω όμως γι αυτά.
Αλλά για εκείνα που έχουν να κάνουν με ψυχολογικά επίπονες στιγμές.
Κάπου διάβασα ότι τέτοιες στιγμές είναι σαν σπόροι.
 Μπορείς εύκολα να τις διαχειριστείς όσο είναι στην επιφάνεια αλλά αν τις ”θάψεις” τότε δεν μπορείς παρά να περιμένεις τη σοδειά.
Όταν θάβεις τέτοιους σπόρους η σοδειά δεν είναι καλή.
Έτσι απαιτείται η καθαρότητα πνεύματος που προσφέρει το ταξίδι για να μπορέσω από τις επίμονες ψυχολογικά στιγμές να αφαιρέσω το “επίμονες”, διαδοχικά το “ψυχολογικά” και να μείνουν μόνο στιγμές.
Έτσι απογυμνωμένες από κάθε βάρος μπορούν να τις σπείρω σε χωράφι το οποίο θα είναι γόμινο, βάζοντας το κατάλληλο λίπασμα για να ευδοκιμήσει και να καρπίσει σύμφωνα με τον τρόπο που θέλω και όχι όπως μου επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Άλλωστε, στο ταξίδι ποτέ δεν είμαι μόνη.
Το πλαισιώνουν πάντα αγαπημένοι άνθρωποι.
Η συζήτηση μαζί τους δεν είναι πανάκεια, αλλά δρα λίγο ως παυσίπονο.
Η αγκαλιά τους δε, το καλύτερο που θα μπορούσα να ζητήσω.
Κι όταν παίρνω το δρόμο της επιστροφής, χαίρομαι διπλά γιατί η Ιθάκη μου, που με περιμένει πάντα να γυρίσω, μου δείχνει έμπρακτα και ουσιατικά πόσο της έλειψα.
Κι εγώ το ίδιο.







Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα πρωινό στην Αθήνα.

Χρόνια είχα να βρεθώ πρωί καθημερινής στην Αθήνα. 
Αυτή η πόλη ανέκαθεν αποτελούσε αγαπημένο προορισμό.
Έχει μία γοητεία που με μαγνητίζει. Ίσως οφείλεται στην ανωνυμία που σου προσφέρει. Το ιστορικό κέντρο πάντα με τραβούσε από τη μύτη σαν ερωτευμένη γυναίκα. Ανέκαθεν μου άρεσε να περπατώ στους πεζόδρομους εκεί που μόνο τουρίστες συνήθως συναντάς. Σήμερα αισθάνομαι κι εγώ τουρίστας. Φτάνοντας με το μετρό στο Μοναστηράκι πλατεία είναι γεμάτη κόσμο, ίσως λιγότερο απ’ ότι άλλα καλοκαίρια, αλλά και πάλι άδεια δε τη λες. 
Κατευθύνομαι με το σάκο στον ώμο στο γνώριμο καφενεδάκι κοντά στην πλατεία. Παραγγέλνω τον καφέ μου αν και δε χρειάζεται μιας και ο σερβιτόρος γνωρίζει ήδη την παραγγελία. Η οχλαγωγία δε μ ενοχλεί. Ίσα ίσα την ακούω στ αυτιά μου σα μελωδία. Οι ήχοι διάφοροι. Κάποιο ποτήρι έσπασε, μουσική ν ακούγεται στο background αδιάφορα και το πάτωμα να σείεται κάθε φορά που περνάει από κάτω κάποιος συρμός του Ηλεκτρικού. Φυσάει ένα απαλό αεράκι που κάνει το πρωινό του Ιουλίου υποφερτό. Η μυρωδιά του βασιλικού να μπερδεύεται με του γιασεμιού που με ραίνει με τα άνθη του σε κάθε φύσημα του αέρα. Αισθάνομαι μεθυσμένη αν και είναι πρωί και έχω για παρέα έναν καφέ φραπέ και ένα αγαπημένο βιβλίο. Οι φιλοφρονήσεις του γραφικού σερβιτόρου ο οποίος ελίσσεται ανάμεσα από τα τραπέζια με χιούμορ, συνάδουν με την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι σα να έχει παγώσει ο χρόνος και να ζω σ ένα παράλληλο σύμπαν μακριά από υποχρεώσεις, κρίση, ανεργία, στεναχώριες
Μικρές βαθιές ανάσες και η ζωή συνεχίζεται. 
Ο στόχος να φτάσω στο Νέο Κόσμο. Εκεί που καθόμουν λαχτάρισα να περπατήσω στους ίδιους δρόμους που περπατούσα παλιά, όταν απεργούσαν τα τρόλεϊ και έπρεπε να περπατήσω από την Ομόνοια όπου εργαζόμουν για να γυρίσω στο σπίτι μου στο Κουκάκι. Δε με χαλούσε καθόλου η ιδέα. 
Καταμεσήμερο και ο καυτός ήλιος του Ιουλίου να κατακαίει το δέρμα μου. Η ανάβαση της Αποστόλου Παύλου δύσκολη και ο σάκος στην πλάτη μου να δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Το ρολόι δείχνει 13.37 και κάθισα να πάρω μία ανάσα κάτω από τον ίσκιο μιας ελιάς κάπου μεταξύ Ακρόπολης και Πνύκας. Λίγο η ζέστη λίγο ο μεθυστικός αέρας του μεσημεριού που μοσχοβολάει πεύκο, ελιά και θυμάρι, με κάνει να αισθάνομαι σαν σε παραίσθηση. Περπατάω με το χαμόγελο καρφιτσωμένο μόνιμα στα χείλη μου.
Αποφάσισα να συνεχίσω την «ανάβαση» και να φτάσω στην είσοδο της Ακρόπολης και στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Επόμενη στάση Ηρώδειο. Η ζέστη αφόρητη αλλά το χαμόγελό μου άσβεστο. Δροσίζομαι προσωρινά μ’ ένα μπουκάλι νερό καθισμένη σ ένα παγκάκι κάτω από τη σκιά ενός πεύκου. Τα περιστέρια να περπατούν ανενόχλητα τσιμπολογώντας τα ψίχουλα στο έδαφος.  Μπροστά μου δεσπόζουν αγέρωχα το Ηρώδειο και ο Ιερός Βράχος. Τα πουλιά κελαηδούν και τα συνοδεύει όμορφα η κιθάρα ενός πλανόδιου μουσικού. Η μελωδία γνωστή και αγαπημένη.
Stairway to heavenLed Zeppelin Βρίσκομαι στον παράδεισο. Οι περαστικοί τουρίστες με κοιτάζουν να χαμογελάω με το βλέμμα μου ν αναπολεί τη χθεσινή μέρα. Αλλά και η σημερινή υπόσχεται πολλά. Ρουφάω με λύσσα τη στιγμή, αφουγκράζομαι τον παλμό της πόλης κρατώντας τα μάτια μου κλειστά, θέλοντας να φυλακίσω τη στιγμή. Πίνω το υπόλοιπο νερό παρέχοντας την κατάλληλη ενυδάτωση στο σώμα μου. Παίρνω την απόφαση να συνεχίσω, ίσως ανόρεκτα. Είμαι ερωτευμένη μ αυτή την πόλη. Έψαξα να βρω τον πλανόδιο μουσικό για να τιμήσω το ταλέντο του προσφέροντας τον οβολό μου, θέλοντας να τον ευχαριστήσω για τη μουσική παρέα. Συνέχισα να περπατάω στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Πρόβαλε μπροστά μου το μουσείο της Ακρόπολης. Κάποια στιγμή, είπα μέσα μου, θα έχεις όλη μου την προσοχή αλλά όχι τώρα, όχι σήμερα. Έστριψα στη Μακρυγιάννη για να βρω το σταθμό του μετρό. Κατέβηκα τα σκαλιά, παρατηρώντας τις προθήκες που κοσμούσαν αγάλματα από τον Παρθενώνα. Κάθισα σ ένα παγκάκι αφήνοντας μερικούς συρμούς να σταματήσουν και να χαθούν μετά από λίγο από μπροστά μου. Δε με βιάζει κανείς, σκέφτηκα. Πάνω απ το κεφάλι μου η πινακίδα έγραφε Ακρόπολη και στον απέναντι τοίχο η Μελίνα να χαμογελάει κρατώντας ένα μπουκέτο λουλούδια και πίσω της ο Παρθενώνας. Άνθρωποι πάνε κι έρχονται σαν υπνωτισμένοι κι εγώ με το σημειωματάριο στο ένα χέρι και το μολύβι στο άλλο να φωτογραφίζω τις στιγμές. Με κοιτούν αδιάφορα. Στα μεγάφωνα ακούγεται μια μελωδία από ακορντεόν. Δεν αναγνωρίζω το τραγούδι αλλά το δέχομαι ευχάριστα. Αν και κάποια μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, οι συρμοί που πάνε κι έρχονται προκαλούν ρεύματα αέρα κάνοντας υποφερτή την ατμόσφαιρα που μυρίζει μούχλα. Η ώρα είναι 2.15 το μεσημέρι. Ο συρμός για Αγ. Δημήτριο φτάνει σε 2΄. Μάλλον θα πάρω το επόμενο. 

Δεν είναι αυτή η Αθήνα θα μου πείτε εύλογα. Τα ναρκωτικά, η κίνηση, το καυσαέριο, οι άστεγοι, η πείνα, η εξαθλίωση, τα αδέσποτα, η βρωμιά, τα σκουπίδια, ο συνωστισμός, η αδιαφορία, ρατσισμός είναι λέξεις που περιγράφουν καλύτερα την πραγματικότητα. 

Όμως που και που, την ώρα που σταματάει ο χρόνος, υπάρχει και η άλλη της πλευρά, εκείνη που ένιωσα με τις αισθήσεις μου, τότε εκείνο το πρωινό Ιουλίου.