Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ο εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες, παρασκευή και 13 : τ όνειρο





Σαφέστατα επηρεασμένη από ταινίες που έβλεπα μικρή (τώρα που μεγάλωσα, άι στα διάλα χάλασα) με πρωταγωνιστές το Freddy Krueger ή τον Jason, είδα ένα όνειρο.
Εκεί που τον είχα πάρει βαριά και τα σαλάκια είχαν ποτίσει για τα καλά το μαξιλάρι, βρέθηκα ξαφνικά έξω από το σχολείο.

Η ώρα είναι 8 παρά το πρωί και όλες η μαμάδες με ντύσιμο σε-λίγο-πάω-στα-μπουζούκια, γόβα τουλάχιστον στιλέτο, μαλλί μόλις-βγήκα-απ-το-κομμωτήριο-με-το-δαχτυλο-στην-πρίζα, μακιγιάζ μια από τα ίδια, σταματάν τις αμαξάρες τους έξω από την είσοδο, μην και παρκάρουν και περπατήσουν για ν αφήσουν τα βλαστάρια τους στο σχολείο, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος.

Αφού ξεπετάνε τα βλαστάρια τους, παρκάρουν όπως όπως την αμαξάρα τους, συνήθως σμαρτ διθέσιο χρώματος ροζ κουφετί, και την ώρα της πρωινής σχολικής προσευχής, κάνοντας το μεγαλοσταυρό τους, κουτσομπολεύουν ότι περπατά, πετά και κολυμπά.

Κάποια στιγμή, μια ξανθιά μπάρμπι φρεσκοχωρισμένη διότι έγραφε τον σύζυγο στη μουνάρα της και απ το πολύ το λούσο, ξέχασε τον πούτσο, έχει μια ιδέα.

Να διαμαρτυρηθούν σε κάτι που άκουσε πως λέγεται σύλλογος γονέων για το κυλικείο του σχολείου, διότι το καθ' εικόνα και ομοίωση βλαστάρι της, πήρε τσίχλες να φάει αντί να της φέρει πίσω ρέστα απ' το ευρώ.

Ακούγοντας αυτό μια άλλη, θυμήθηκε ότι τις έλειπαν χθες είκοσι λεπτά για ν αγοράσει τσιγάρα το οποία είχε κλέψει το κυλικείο απ το βλαστάρι της.

Τους γεννήθηκε τότε η φαεινή ιδέα να κάνουν επανάσταση, κάπου το είχε ακούσει η μία αυτό, δε θυμάται αλλά είχε την εντύπωση ότι ήταν άπλυτος αυτός που το είπε, ενάντια στο κακό κυλικείο.

Ξεκίνησαν, με το μανό στο χέρι και το τακούνι για έμβλημα να κάνουν πορεία διαμαρτυρίας γύρω απ το σχολικό τετράγωνο, αλλά το ξανασκέφτηκαν, διότι που να τρέχεις με το καλσόν και τη γόδα γύρω γύρω.

Έτσι,  αποφάσισαν να κάνουν καθιστική διαμαρτυρία σε καναπέ μποκονσεπτ γιατί τέτοιο είχαν και στο χωριό τους.

Μαζεύτηκαν λοιπόν πενήντα χαζές και φώναζαν συνθήματα - υποτίθεται- του στυλ, εμείς έχουμε στυλ και σεξαπιλ, δεν μπορεί το κυλικείο να μας στερεί το δεκάλεττο και άλλα τέτοια κουλά.

Μια φούντωση μια φλόγα μ έπιασε μέσα στο όνειρο.

Τα λαμπάκια μου αναβόσβηναν σαν άλλος Βέγγος, εκεί ψηλά στην εξαίσια φαλάκρα μου.
Το μάτι θόλωσε και βρέθηκα στον προαύλιο χώρο, εκεί που οι μαμάδες φώναζαν χοροπηδώντας πάνω στον μποκονσεπτ καναπέ, κρατώντας ένα αλυσοπρίονο στο χέρι.

Δεν χρειάστηκε καν να το βάλω μπρος. Το αλυσοπρίονο είχε δική του θέληση. Πιο έξυπνο γαρ από τα υποψήφια θύματά του.
Αποκεφάλιζε μια μια τις στυλιζαρισμένες άδειες-κατά γενική ομολογία του μυαλοφάγου που πήγε σαν το σκυλί στ αμπέλι- κεφαλές.

Αίματα, αίματα πετάχτηκαν παντού.

Και κει που η σπίθα στα μάτια μου άναψε και γελούσα σατανικά κόβοντας κεφάλια, όχι εγώ, το πριόνι μόνο του, αισθάνομαι κάτι υγρό και λάγνο στα υπέροχα κρινοδάχτυλα των ποδιών μου...

Ξυπνάω στο φως, τα μάτια ανοίγω, για λίγο νεκρή, χαμένη για λίγο
Ξημέρωσε πάλι, όνειρο ήτανε..

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Οι αναμνήσεις είναι σαν τις πεταλούδες






Είμαι φορές που το παρελθόν μπερδεύεται με το παρόν και μας στοιχειώνει.
Άλλες πάλι φορές ανάβει σαν φωτάκι νυκτός συνειρμικά, πυροδοτούμενο συνήθως από κάτι φαινομενικά άσχετο.
Ξεψαχνίζοντας μια ιστοσελίδα βιβλιοπωλείου πυροδοτήθηκε η δική μου ανάμνηση.

Τέσσερις νεαρές φιγούρες κινούνται στα φώτα της μεγαλούπολης.
Τρεις γυναίκες στα είκοσί τους και ένας άντρας κοντά στα τριάντα βρίσκονται για λίγο στο ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή για να δημιουργήσουν τη δική τους μικρή ιστορία.
Δεν έδεσαν αμέσως. Ιδιόρρυθμοι και οι τέσσερις ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα.

Η μικρότερη ηλικιακά, μελαχρινή κατσαρομάλλα, ψηλή και χυμώδης με στρατιωτικό τζάκετ και άρβυλα, με τιραντέ φανελάκι στη μέση του καταχείμωνου. Άτεγκτη και γλωσσοκοπάνα.

Η αμέσως επόμενη ηλικιακά, μαύρα μαλλιά και μαύρα εκφραστικά μάτια, σαρκώδη χείλη με κορμί κόλαση. Η κοκέτα της παρέας που ποτέ δεν έβγαινε χωρίς τη γόβα της. Για αθλητικά ούτε λόγος. Απόμακρη και απόκρυφη.

Η μεγαλύτερη θηλυκή της παρέας, αρκετά πιο ψηλή απ’ όλους, χύμα μονίμως με αθλητικά, φόρμες, με τζίν και κοντομάνικο, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και μια αγκαλιά ανοιχτή για όλους.

Ο αρσενικός της παρέας, μελαχρινός με γυαλιά, μ ένα χαμόγελο που σχημάτιζε λακκάκια στα μάγουλά του και τα χέρια του μονίμως σε κίνηση. Ο άνθρωπος στην πρίζα αν και το βάδισμά του ήταν βαρύ και ασήκωτο. Μ ένα τραγούδι του
Coverdale στο στόμα που αντί για τους ορίτζιναλ στίχους ήταν μεταφρασμένο στα ελληνικά και προξενούσε πάντα το γέλιο.

Δεν έχει σημασία που πήγαιναν αρκεί να ήταν μαζί. Συνήθως διάλεγαν παρακμιακά καταγώγια για να ακούσουν την αγαπημένη τους μουσική, μικρομάγαζα με όλη τους τη ζεστασιά.
Πολλές φορές κατέληγαν σε σουβλατζίδικο που διέθετε τζουκμπόξ με παλιά λαϊκά. Γίνονταν πόλεμος ποιος θα προλάβει να ρίξει το κατοστάρικο.
Ο ιδιοκτήτης τους κοιτούσε με μισό μάτι όποτε πήγαιναν. Στο
repeat ένα συγκεκριμένο κομμάτι και πριν φύγουν, συνήθως νωρίς το πρωί, απαραίτητα έπαιζε βυζαντινός εσπερινός.
Εγκεφαλικό ο ταβερνιάρης.
Άλλες φορές πάλι μαζεύονταν στο σπίτι της ψηλής, που βρίσκονταν πάνω στην κίνηση και στη βουή της πόλης που ποτέ δε σταματά. Που όλα εκεί γίνονται.
Βέβαια, σταθερό στέκι ήταν το σπίτι της κοκέτας. Ήταν πιο κοντά στη σχολή και μετά το σχόλασμα, γραμμή στον κλέφτη της γωνίας για προμήθειες.
Το ασανσέρ μικρό ίσα που χωρούσε δύο άτομα και προορισμός το δώμα με την τεράστια ταράτσα για μπαλκόνι. Μόνιμη θέα ο Βαγγέλης γνωστός τροβαδούρος αλλά και ο νεαρός με το θεϊκό κορμί που συνήθιζε να κυκλοφορεί τσίτσιδος χαρίζοντας πρώτης τάξεως οφθαλμόλουτρο.
Η κοκέτα με την ψηλή ανέβαιναν πάντα πρώτες στο μικρό δώμα για να προλάβουν τον ασυμμάζευτο. Ατελείωτες συζητήσεις από το πιο ασήμαντο μέχρι το πιο σπουδαίο, για βιβλία κυρίως, για μεταφραστικές δυσκολίες και σημειώσεις του μεταφραστή, για μουσική και κάθε (αμπελο)φιλοσοφική ανησυχία των εικοσάρηδων.
Η κατσαρομάλλα και ο αρσενικός κατέληγαν πάντα σε καυγά. Η ψηλή έκανε τον καραγκιόζη μονίμως και η κοκέτα μαγείρευε κατά τις 3 τα ξημερώματα λουκάνικα με πορτοκάλι που υπήρχαν πάντα διαθέσιμα.
Κι όλα αυτά μέχρι το ξημέρωμα. Δε τους ένοιαζε η ώρα. Ούτως ή άλλως ο ήλιος θα τους έβρισκε λιώμα και αγκαλιά.


Οι αναμνήσεις είναι σαν τις πεταλούδες. Ξεπετάγονται από κει που δεν τις περιμένεις, πεταρίζουν στο φως του ήλιου πηγαίνοντας από λουλούδι σε λουλούδι και μετά εξαφανίζονται εν ριπή οφθαλμού.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ζητείται ελπίς












της Βάγιας Τερψιχόρη






«- Ελευθερία, εμείς θα τα πούμε ξανά την άλλη βδομάδα, εάν στο μεταξύ έχεις απορίες στην επίλυση των ασκήσεων, μη διστάσεις να μου τηλεφωνήσεις, εντάξει; 
Ναι, κυρία Μάρθα, τόσα συμφωνήσαμε την ώρα, ευχαριστώ! Γεια σας!»
 
Η πόρτα κλείνει πίσω από τη Μαρία κι εκείνη χώνει βιαστικά στην τσάντα της το χαρτονόμισμα που μόλις της έδωσε η μητέρα του κοριτσιού.
Μαζί του έκανε σήμερα το πρώτο ιδιαίτερο μάθημα της χρονιάς.

Μιας χρονιάς εξαιρετικά δύσκολης από πολλές απόψεις.
Η αμοιβή που συμφωνήσανε απέχει παρασάγγας από εκείνη που έπαιρνε τις προηγούμενες χρονιές, αλλά ας όψεται η κρίση.

«Μανικιουρίστα έπρεπε να γίνεις», λέει μια φωνή μέσα της. 
«Τώρα θα ‘χες και μπόλικη δουλειά και χρήμα. Τι κατάλαβες που έγινες φιλόλογος;

Μη χάσει η Φιλοσοφική την αφεντιά σου; Τρομάρα σου!»
«Πάψε!» της απαντά επιτακτικά η Μαρία, καθώς προσπαθεί να διασχίσει το δρόμο, για να προλάβει το αστικό που φαίνεται να έχει σκάσει μύτη από μακριά.
«Αχ, δε θα το προλάβω! Τι κίνηση! Ωχ, νάτο!»
Ευτυχώς, στο τσακ…
Επιβιβάζεται μαζί με το μπουλούκι που στριμώχνεται στην πόρτα.
Επικρατεί εκνευρισμός. Σκουντήματα, φωνές και διαμαρτυρίες.
«Είσαι τυχερή που βρήκες θέση να καθίσεις, γιατί με την τσάντα και το χαρτοφύλακα τίγκα στις σημειώσεις και στα βιβλία, δε θα την πάλευες στο όρθιο», πετάγεται πάλι η ίδια φωνή από το βάθος του κεφαλιού της, για να συνεχίσει: «καλύτερα θα ‘τανε, βέβαια, με τ’ αμάξι, αλλά δεν περισσεύουν για βενζίνη. Κάθε φέτος και χειρότερα. Και είσαι και 38… η πιο παραγωγική ηλικία, σκέψου!»
Το έχει σκεφτεί πολλές φορές αυτό.

Σ’ αυτήν την ηλικία, όσοι δουλεύουν χρόνια, υπό κανονικές εργασιακές και ιστορικές συνθήκες βέβαια, τι μισθό παίρνουν άραγε;
Ασφαλώς θα έχουν τις ανάλογες αυξήσεις, δώρα, επιδόματα... έτσι πάει.
«Αλλά εσύ μια ζωή, από 24 χρονών που πρωτοξεκίνησες να εργάζεσαι σε φροντιστήρια, διαπραγματεύεσαι με τον εργοδότη τ’ αυτονόητα».

Η φωνή εξακολουθεί να της επιτίθεται, ακάθεκτη. Αμείλικτη.
«Ξέχασες που με το τότε αφεντικό – 14 χρόνια πριν – έκανες σκληρό παζάρι ακόμα και για την εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων σου;
Ποια κρίση μου τσαμπουνάς τώρα; Είχε κρίση τότε;
Τη φαντάστηκε ποτέ κανείς ή, έστω, πέρασε από το νου κανενός μας το ενδεχόμενο αυτής της εργασιακής κόλασης που ζούμε σήμερα;
Κι αν ναι, αυτός μίλησε ή σώπασε; Κι αν μίλησε, τον άκουσε κανείς;
Έκανε κάτι κανείς γι’ αυτό;»
- Ασπασία, έλα κατεβαίνουμε!
Μια στρουμπουλή μεσόκοπη κυρία δίπλα της φωνάζει την κόρη της, που στριμώχθηκε κάπου στο βάθος του αστικού, να κάνει γρήγορα για να προλάβουν να φτάσουν εγκαίρως στην πόρτα καθόδου.

«Ωχού! Με ζάλισες πια σήμερα. Φτάνει!» προσπαθεί η Μαρία να φιμώσει την καταραμένη φωνή.
«Ασπασία. Ναι, να τηλεφωνήσω στην Ασπασία να δω τι απόκαμε μ’ εκείνο το κεντρικό φροντιστήριο, γιατί με το συνοικιακό… άστα, βράστα.
Τέσσερις ώρες μόνο της δίνει εβδομαδιαίως. Και τόσο που έχουν ρίξει το ωρομίσθιο, τι να καζαντίσει με τέσσερις ώρες;…
Κι ο προκομμένος ο πρώην της έπαψε να της δίνει διατροφή.
Η Ασπασία έχει την τύχη - ή μάλλον την «ατυχία», όπως λέει χαριτολογώντας η ίδια – να είναι Χημικός. Αδιόριστη, φυσικά.
Το αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου δεν ευνοεί το μάθημα της Χημείας κι έτσι δεν έχει και πολύ ζήτηση στην αγορά».
«- Το ότι θα σπούδαζα καθηγήτρια και θα υπάκουα στους νόμους του μάρκετινγκ αργότερα, και να μου το ‘λεγαν κάποτε, δε θα το πίστευα». Της έλεγε προχθές που πίνανε καφέ σπίτι της, γελώντας.

Η Ασπασία είναι κολλητή της από το σχολείο.
«- Γιατί, τι θα ‘κανες; Τη ρώτησε η Μαρία. Θα ακολουθούσες άλλο δρόμο, δηλαδή; Μα από πιτσιρίκες αυτό θέλαμε: να διδάξουμε μια μέρα σε παιδιά, να μεταδώσουμε τις γνώσεις μας, την αγάπη μας για τις επιστήμες που επιλέξαμε να σπουδάσουμε.

Ήμασταν άριστες μαθήτριες, το ξέχασες;
- Μα γι’ αυτό ακριβώς το λέω, Μαρία!

Ξέρεις, ωστόσο, πολύ καλά εσύ πως δεν έχω εργασιακά κόμπλεξ.
Δεν έχω πρόβλημα να κάνω οποιαδήποτε δουλειά, είδες πόσα βιογραφικά έχω καταθέσει σε διαφορετικούς εργασιακούς χώρους. Αλλά παντού το ίδιο. Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα. Είμαι, λένε, μεγάλη κι έχω δυο παιδιά και, και, και…
Στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα σφίξανε πολύ τα πράγματα.
Δεν υπάρχει δουλειά εκεί για μας, όπως άλλοτε. Το ξέρεις κι εσύ αυτό από πρώτο χέρι. Οι γονείς δεν μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν στα έξοδα ενός φροντιστηρίου, τα παιδιά είναι απρόθυμα να μελετήσουν βαθιά και να κουραστούν και γιατί, άλλωστε;
 Για ένα πτυχίο, μαρουλόφυλλο! Κι ούτε…
Αλλά πλέον σε όλες τις δουλειές είναι δύσκολα τα πράγματα και ειδικά για τις γυναίκες. Πάντα ήτανε γι ‘αυτές πιο δύσκολα. Τώρα όμως είναι τραγικά.

Και περισσότερο, όταν αυτές είναι πάνω από 30 χρονών κι έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις.
Η ξαδέρφη μου είναι άνεργη εδώ και μήνες, αφότου η βιοτεχνία που δούλευε έκλεισε κι ούτε ελπίζει να βρει δουλειά, η νύφη μου απλήρωτη εδώ και πολύ καιρό, η Χ και η Ψ., άγνωστές μου – αλλά είναι σαν να τις γνωρίζω, αφού ξέρω το δράμα τους, το βλέπω/διαβάζω/ακούω καθημερινά, παντού – τελούν διαρκώς υπό την απειλή της απόλυσης ή της εφεδρείας.
Το κράτος ουσιαστικά, Μαρία, έχει χρεοκοπήσει. Προ πολλού.

Τα σημάδια όμως ήταν από πολύ παλιά ορατά στον ορίζοντα. Αλλά εθελοτυφλούσαμε. Όλοι μας. Κι ας μη σου κακοφαίνεται αυτό που λέω.
Ασφαλώς και δε φέρουν όλες οι γενιές το ίδιο ποσοστό ευθύνης, ούτε όλες οι κοινωνικές ομάδες ευθύνονται το ίδιο.
Ακόμα και ως άτομα διαφέρουμε στο βαθμό των ευθυνών.
Εγώ κι εσύ, για παράδειγμα, ήμασταν παιδιά, όταν αποφασίζαμε ποιο δρόμο, ποια πορεία ζωής θα ακολουθούσαμε.
Και μετέπειτα ό, τι κερδίσαμε, το κερδίσαμε με το σπαθί μας. Δε μας χαρίστηκε τίποτα, γιατί κι εμείς δε χαριστήκαμε σε κανένα.
Αλλά, γνωρίζαμε το σύστημα που επικρατούσε και το στηρίξαμε, άλλοτε εμπράκτως – με τις λαθεμένες μας πολιτικές επιλογές – κι άλλοτε με τη σιωπή μας.
Κι εδώ, πρόσεξε, δεν εννοώ να φωνάξει ο καθένας μόνος του. Αυτό ενδεχομένως δεν οδηγεί πουθενά. Γιατί το σύστημα, αυτόν τον ένα, ξέρει πολύ καλά να τον φιμώνει. Εννοώ να φωνάξουμε όλοι μαζί. Με όλη μας τη δύναμη. Να αλλάξει ο καθένας μας τον εαυτό του πρώτα και μετά όλοι μαζί.
Και τότε, θα μπορούμε να ατενίσουμε με περισσότερη αισιοδοξία το μέλλον. Όχι για μας. Αλλά για τα παιδιά μας.»


«Κατάλαβες, φωνή μου; Σ’ εσένα, λέω. Τι έπαθες; Σίγησες;
Καλά έκανες. Πρέπει να κρατήσεις τις δυνάμεις σου, για να μιλήσεις, να φωνάξεις.
Αλλά όχι σ’ εμένα, όχι εδώ. Εκεί έξω».


Τέρμα διαδρομής. Η Μαρία κατέβηκε από το αστικό.
Ήταν πιο ήρεμη τώρα. Πάντα στο τέλος της διαδρομής αποφορτίζεται.

Οι επιβάτες, όσο περνά η ώρα και πλησιάζει το τέρμα, αραιώνουν και, θαρρείς, πως αποπνέουν έναν άλλο αέρα. Πιο εκλεπτυσμένο, πιο σοβαρό, πιο αισιόδοξο.
Έναν αέρα αλλαγής κι αισιοδοξίας.
Ελπίδας.