Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η φρίκη μιας παρωδίας, πράξη δεύτερη



Το παραδέχομαι. Έχω την τάση ν αφήνω πράγματα μισοτελειωμένα.
Είναι κατάλοιπο του κακού μου εαυτού με προσπάθεια αυτοβελτίωσης η οποία βαίνει καλώς θέλω να πιστεύω.  

Ευτυχώς για μένα έχω έναν άνθρωπο κοντά μου, να με «τσιγκλάει» και να με ρωτάει κάθε φορά αν είπα ό, τι είχα να πω, αν έχω τελειώσει με ό, τι με απασχολεί, αν έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου για να προχωρήσω παρακάτω.
Μου υπενθυμίζει συχνά ότι με το κλείσιμο ενός κύκλου, ανοίγει αυτόματα ένας άλλος.
Είναι σαν ένα σπείρωμα που για να συνεχίσει η σπείρα, πρέπει να ολοκληρωθεί η κυκλική κίνηση.
 

Στο αμέσως προηγούμενο κείμενο που δημοσίευσα σ' αυτό εδώ το μπλογκ, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, όσο κι αν τα γεγονότα είναι αφοπλιστικά όμοια.
Η ιστορία λοιπόν δεν επαναλαμβάνεται.
Οι συγκυρίες είναι διαφορετικές και οι άνθρωποι επίσης. 


Δεν θέλω να αναφερθώ γενικά κάνοντας φιλοσοφική ανάλυση, αλλά να επικεντρωθώ στο μικρόκοσμο της δικής μου ζωής και σε ό, τι συμβαίνει κοντά σε μένα και με επηρεάζει άμεσα.
Παρατηρώντας και συζητώντας, η ιστορία δύναται να επαναληφθεί.
 

 Όταν όμως επαναλαμβάνεται είναι πιο φρικτή. Η φρίκη μιας παρωδίας. 

Πριν από δεκαεπτά χρόνια, σε τρυφερή ηλικία, εκεί που αναλογιζόμουν τι θα κάνω με τη ζωή μου, πως θα χαράξω την πορεία της και πως θα συνεχίσω, συνέβη κάτι αναπάντεχα άσχημο που έκοψε κάθετα το χρόνο. 


Μια απώλεια. 

Ένας φρικτός θάνατος αγαπημένου νέου ανθρώπου που με συγκλόνισε συθέμελα και άλλαξε το ρου της δικής μου ιστορίας.
Του τρόπου σκέψης μου, τη στάση απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους, ακόμα και τη στάση μου απέναντι στο θεό και την εκκλησία.
Ωρίμασα απότομα το αυγουστιάτικο πρωινό της 26ης Αυγούστου του ‘96.
Πολλές εικόνες, ήχοι και συναισθήματα από κείνη τη δοκιμασία.
Πέντε φίλοι, να παραστέκονται ο ένας στον άλλον.
 

Η φρίκη μιας παρωδίας λοιπόν μου χτύπησε την πόρτα ξανά Αύγουστο, στις 23 αυτή τη φορά, βράδυ. 
Ήρθε να μου θυμίσει ό, τι νόμιζα ότι είχα ξεχάσει.
 

Ένας από τους πέντε φίλους με τον οποίο έζησα τον εφιάλτη εκείνο, έφυγε με φρικτό τρόπο για ταξίδι χωρίς γυρισμό. 
Ένας άνθρωπος όμορφος.
Ένα παιδί χαμογελαστό, ένα κομμάτι μάλαμα με τον οποίο μας δένει (δεν μπορώ ακόμα να χρησιμοποιήσω αόριστο ή παρατατικό, μου είναι αδιανόητο) φιλία από την εφηβική ηλικία. 


Μια απώλεια. 

Πώς να δεχτείς ότι το νήμα της ζωής ενός νέου ανθρώπου κόπηκε τόσο φριχτά βίαια; 
Πώς να παρηγορήσεις μάνα, πατέρα και αδερφό; 
Πώς να δεχτείς ότι ένας άνθρωπος που τον θεωρείς δικό σου, δε θα ζει πια; 
Μύρια αναπάντητα ερωτήματα και ένα τεράστιο γιατί να αιωρείται.
 

Γράφοντας αυτές τις γραμμές προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τον εφιάλτη.
Να κλείσω έναν κύκλο, να αποδεχτώ την απώλεια, να μπορέσω να πω το τελευταίο αντίο. 

Να προχωρήσω.
Προσπαθώ να ανοίξω ένα νέο κύκλο, βιώνοντας όλο αυτό που με σημαδεύει και με αλλάζει ως άνθρωπο. 


Ν’ αλλάξω το ρου της ιστορίας μου ακόμη μία φορά.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Όχι, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται






Αύγουστος.
Κατεξοχήν μήνας διακοπών, όταν οι πόλεις αδειάζουν.
Όλοι, ακόμα και σήμερα, βρίσκουν τρόπους τον Αύγουστο να ζήσουν την ξενοιασιά.
Να περάσουν όμορφα με αγαπημένα πρόσωπα, να κάνουν ταξίδια, να βγάλουν φωτογραφίες, να κλείσουν τις στιγμές σε ψηφιακά αρχεία στα οποία θ ανατρέχουν κάθε τόσο να θυμούνται πως πέρασαν και πως ένιωθαν εκείνες τις στιγμές.
…Ο κέρσορας αναβοσβήνει πάνω από μισή ώρα, μιας και τα δάχτυλα είναι τόσο καταβεβλημένα που αδυνατούν να περιγράψουν με λέξεις όσα φέρνει μια στιγμή.
Το μυαλό δε μπορεί να συλλάβει τα γεγονότα στην ωμή περιγραφή τους και με μεγάλη προσπάθεια προσπαθεί να συντάξει τις κατάλληλες προτάσεις.
Θλίψη είναι το συναίσθημα.
Κάθε Αύγουστο είναι μια μαύρη επέτειος.
Από σήμερα διπλή.
Λένε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.
Συμφωνώ.
Διότι ούτε οι συγκυρίες, ούτε τα πρόσωπα είναι τα ίδια.
Απλώς, η ομοιότητα των γεγονότων είναι αφοπλιστική που σε κάνει να νομίζεις ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Νιώθεις ότι ζεις τον ίδιο εφιάλτη, αλλά μόνο ο πόνος είναι ίδιος. Τίποτα άλλο.
Και ίσως ο τρόπος που βιώνεις την απώλεια.
Όσο κι αν προσπαθώ κάθε Αύγουστο να πολεμήσω αυτή τη θλίψη, με ξεπερνάει.
Κι αυτό γιατί, από κάποια ταξίδια, κάποιοι δεν επέστρεψαν.
Έμειναν ψηφιακά φωτογραφικά αρχεία.
Αναμνήσεις, αγαπημένες.
Πλέον, έχω διπλό λόγο να την αφήνω να με καταπίνει.
Προσπαθώ να βρίσκω παρηγοριά στο Σεπτέμβριο, τον δικό μου Αύγουστο. 







ΥΓ. Το συγκεκριμένο γράφτηκε στη μνήμη 2 ανθρώπων.
Ενός που έφυγε Αύγουστο πριν από 17 χρόνια και ενός που έφυγε σήμερα.
Καλό ταξίδι Άκη μου.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Τιμής ένεκεν




Δε προσκολλώμαι σε άψυχα αντικείμενα. 

Δεν είμαι από ‘κείνες που τρελαίνονται όταν τους σπάσει ένα ρηχό πιάτο από το καλό σερβίτσιο και χαλάσει η δωδεκάδα.
Ούτε από κείνες που σου βάζουν πατάκια κάτω από τα πόδια για να μη γδάρεις το παρκέ. 
Ούτε από κείνους που πλένουν το ακριβό τους διθέσιο και το γυαλίζουν όλη την ώρα. 
Ούτε από ‘κείνους που σου απαγορεύουν διά ροπάλου να τρως ή να πίνεις την ώρα που επιβαίνεις σ αυτό.
Καλά να στο δώσουν να το οδηγήσεις γυναίκα-άσχετη ούτε λόγος.

Πάμε πάλι.

Δε συνηθίζω να προσκολλώμαι σε άψυχα αντικείμενα, εκτός από αυτό το πράγμα με τις τέσσερις ρόδες και το τιμόνι.
Αυτό που μπαίνεις μέσα του, γυρίζεις το κλειδί στο διακόπτη και παίρνει μπροστά η μηχανή του.
Έπειτα, πατάς το αριστερό πεντάλ που το λένε συμπλέκτη (;) και βάζεις την πρώτη (;) ταχύτητα για να προχωρήσει.
Και καθώς κυλλά στο δρόμο, πατώντας το ίδιο πεντάλ, του αλλάζεις ταχύτητες.
Κάπως έτσι γίνεται και ανεβαίνεις βουνά και διασχίζεις εθνικές οδούς.
Ταΐζοντάς το κάτι που το λένε βενζίνη και μεταφράζεται σε χρήμα, σε πάει όπου θες. 
Αυτό που μια φορά το χρόνο πληρώνεις τα τέλη κυκλοφορίας για να μπορείς να το οδηγείς.
Δυο φορές το χρόνο ασφάλεια, για να σε ασφαλίζει (υποτίθεται) σε περίπτωση που κάποιος (ας αποφύγω τους χαρακτηρισμούς στο σημείο αυτό) πέσει πάνω σου.
Αυτό που του κάνεις τα σέρβις του για να δουλεύει ρολόι η μηχανή του.

Δε συνηθίζω να προσκολλώμαι σε άψυχα αντικείμενα, αλλά να, είναι επειδή αυτό οδήγησα πριν από 12 χρόνια που πήρα την άδεια οδήγησης του αυτοκινήτου.
Είναι επειδή το αποπλήρωσα δουλεύοντας - όταν είχα δουλειά, κάποτε παλιά - δε μου το έκανε κανένας δώρο, ούτε μία δόση.
Είναι επειδή σ αυτό πρωτόβαλα την κόρη μου για να τη φέρω απ το νοσοκομείο στο σπίτι.
Είναι επειδή μ’ αυτό οδήγησα Νοέμβριο μήνα ένα ξημέρωμα Κυριακής προς Θεσσαλονίκη και είχε ομίχλη από το Βελεστίνο μέχρι την Κατερίνη που δεν έβλεπα όχι το δρόμο, αλλά ούτε τη μύτη μου, για να πάω να δώσω εξετάσεις για ένα πτυχίο.
Είναι μ αυτό που με ήλιο, βροχή και ομίχλη πήγα στην Αθήνα να φέρω αγαπημένο πρόσωπο από το νοσοκομείο Άγιο Σάββας.
Είναι επειδή μ’ αυτό έκανα όλες μου τις εκδρομές με την οικογένειά μου, περίπου 165 χιλιάδες χιλιόμετρα.
Είναι δώδεκα χρόνια αναμνήσεων.
 

'Ενα τέλος εποχής.

Δε συνηθίζω να προσκολλώμαι σε άψυχα αντικείμενα…