Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

η λίστα


Αυτός που μένει στη γειτονιά σου, που χτυπάει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που τα κακοποιεί με τον πιο βάναυσο τρόπο επειδή του έκοψαν χρήματα ή έμεινε άνεργος ή επειδή θέλει κάπου να το παίξει μάγκας .
Αυτός που σε εκμεταλλεύεται κάθε μέρα και είσαι στη δούλεψή του, που σου κόβει μεροκάματα, σου κλαίγεται ότι λόγω κρίσης δε μπορεί να σου πληρώνει το ικα σου και σ αφήνει να δουλεύεις μαύρα και ανασφάλιστος.
Αυτός που το παίζει διευθυντής στη δουλειά σου και νομίζει ότι είναι αφεντικό και σου κάνει το βίο αβίωτο κάθε μέρα.
Αυτός που είναι το αφεντικό σου και σου κόβει μισθό, υπερωρίες.
Αυτός που είναι αφεντικό και ένα πρωί σηκώνεται και φεύγει και πας για δουλειά και βλέπεις την πόρτα κλειστή.
Αυτός που πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία και κάνει μεγάλους σταυρούς, που σκύβει το κεφάλι όταν σε χαιρετάει στο δρόμο.
Αυτός που σου κάνει το φίλο και πίσω από την πλάτη σου σε κουτσομπολεύει με κάθε ευκαιρία που του δίνεται.
Αυτός που σου κλείνει το δρόμο παρκάροντας στη διάβαση αναπήρων, αυτός που παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο.
Αυτός που σου παίρνει τη σειρά σε μια ουρά με το έτσι θέλω.
Αυτός που σε μειώνει σε κάθε ευκαιρία γιατί είσαι διαφορετικός από 'κείνον.
Αυτός που κάνει τον σωτήρα, σου κλείνει τα νοσοκομεία, διαλύει την πρωτοβάθμια υγεία, κόβει κονδύλια για την παιδεία.
Αυτός που παίρνει μίζες, τρώει με χρυσά κουτάλια, καταβροχθίζει τους φόρους που αποδίδεις φτιάχνοντας βίλες ή ό,τι άλλο προς ώφελός του.
Αυτός που είναι εργοστασιάρχης, εφοπλιστής, παπάς, πολιτικός, μητροπολίτης, βουλευτής, δήμαρχος, νομάρχης, περιφερειάρχης, άρχοντας.
Αυτός που είναι μπάτσος, λιμενικός, στρατηγός, στρατιωτικός, ή ό,τι άλλο σε ένστολο υπάρχει.
Αυτός που σκοτώνει μετανάστες.
Αυτός που εκμεταλλεύεται τη φτώχεια άλλων.
Αυτός που εκμεταλλεύεται γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ.
Αυτός που διασύρει οροθετικές γυναίκες.
Αυτός που ξυλοφορτώνει ή στιγματίζει διεμφυλικούς , ομοφιλόφυλους.
Αυτός που κάνει σκατόψυχα σχόλια στην τιβι ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτός που σου μαυρίζει το μέλλον και σου στερεί τη ζωή.
Αυτός που πάλεψε στο παρελθόν για να 'χεις εσύ μέλλον.
Αυτός που γράφει αυτό που διαβάζεις.

Όλοι έχουν ένα κοινό σημείο.

Είναι Έλληνες.


Πόσοι απ αυτούς είναι Άνθρωποι;




Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Όταν ο χρόνος σταματά για λίγο


Κόσμος πηγαινοέρχεται στη μεγάλη πλατεία.
Συνομιλίες σε διάφορες γλώσσες αναμειγνύονται με το θόρυβο των αυτοκινήτων, τη βουή της πόλης αλλά και των ιπτάμενων σιδερένιων μηχανών που σχίζουν εκκωφαντικά τον αέρα σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το χειμωνιάτικο σκηνικό ντύνεται με το μανδύα του ψιλόβροχου και της υγρασίας που πιρουνιάζει τ’ άκρα.
Ηλικιωμένοι κύριοι, ως επί το πλείστον, σε ρυθμούς σαλιγκαριού βολτάρουν , φορώντας τα κασκέτα τους τυλιγμένοι στα παλτά τους, ή έρπονται σ’ ένα από τα καφέ της πλατείας για να πιούν τον πρωινό καφέ τους συζητώντας, αναλύοντας την παρούσα οικονομικοπολιτική κατάσταση. Συνταξιούχοι αγρότες ίσως που η εποχή τους έχει συνηθίσει στο ραχάτι παρά στη δουλειά. Ο ήχος της βροχής δυναμώνει πέφτοντας στην τέντα του μικρού καφέ όπου έκατσα να διαβάσω και να κάνω ένα τσιγάρο. Παρατηρώ τις σταγόνες να πληθαίνουν δημιουργώντας τεχνητές λακκούβες λασπόνερου πάνω στις πλαστικές καρέκλες.
Η Φρίκη χοροπηδώντας εδώ κι εκεί ζητιανεύει με τα μεγάλα καστανά της μάτια μπουκιές από τους περαστικούς που κοντοστέκονται πρόθυμοι να μοιραστούν το κολατσιό τους μαζί της πριν συνεχίσουν το δρόμο τους. Τα λιγοστά σπουργίτια κάνουν διακριτικά την παρουσία τους τσιμπολογώντας φύλλα τυρόπιτας ή σουσάμι διάσπαρτα στο παγωμένο τσιμέντο.
Οι νεότεροι τρέχουν να προλάβουν τη ζωή. Φαίνεται από τα βήματά τους, γρήγορα, σπασμωδικά, ίσως και αδιάφορα για το περιβάλλον γύρω τους.
Μια ηλικιωμένη κυρία υποβασταζόμενη στο αυτοσχέδιο μπαστούνι της κοντοστέκεται να ρωτήσει  το λόγο της συγκέντρωσης. Η περιέργεια της έφαγε τη σόλα την οποία έσερνε με κόπο. Αυτό δεν την εμπόδισε να σπρώξει με το μπαστούνι της τη Φρίκη γιατί της έκλεινε τάχα μου τον δρόμο. Εκείνη τη στιγμή μου γεννήθηκε έντονα η επιθυμία να ήμουν 9 χρονών και να της βάλω μια τρικλοποδιά κατά λάθος.
Χαμογέλασα στην επικείμενη τούμπα θείας δίκης και ξανάσκυψα στο γραπτό.  Όχι όμως για πολύ. Ήχος τακουνιών στο πέρασμα αστών κυριών τυλιγμένων στις εσάρπες τους ακούγονταν ρυθμικά στο τσιμέντο λες και περνούσε αμαξάς με άλογα. Στο ένα χέρι την ομπρέλα, στο άλλο σακούλες από φιρμάτα μαγαζιά ο καλπασμός αυξανόταν ίσως για να μην φριζάρει το μαλλί από την υγρασία;
Ποιος ξέρει…
Ένας ηλικιωμένος κύριος με μπαστούνι μου ζήτησε τσιγάρο. Ίσως εμένα μου φάνηκε ηλικιωμένος γιατί  δεν τον παρατήρησα από ντροπή να μην τον θίξω. Μήπως το βλέμμα που έδειχνε λύπηση.  Έβγαλα το σακουλάκι με τον καπνό μου έστριψα με γρήγορες κινήσεις το τσιγάρο και του το πρόσφερα με χαμόγελο. Αισθάνθηκα το εξεταστικό του βλέμμα πάνω μου όση ώρα έκαστε στην παρέα για το τσιγάρο. Δεν ήταν μάλλον συνηθισμένος στη θέα μια καθημερινή μέρα κάποιος να σταματά το χρόνο στην πολυσύχναστη πλατεία και να κάθεται μέσα στο κρύο και τη βροχή να διαβάζει. Υπό άλλες συνθήκες θα του έπιανα την κουβέντα αλλά σήμερα δεν είχα την όρεξη για πολλά πολλά. Ήθελα να βυθιστώ κι άλλο στην παρατήρηση των λέξεων, των γραμμών, των σελίδων, των ανθρώπων εν κινήσει.
Ξαφνικά το μικρό καφέ στη γωνία απέναντι με τους φούξια και λευκούς τοίχους και τη βιτρίνα γεμάτη γλυκίσματα φάνταζε αρκετά θελκτικό. Είτε λόγω πείνας είτε λόγω υγρασίας μιας και η βροχή είχε δυναμώσει για τα καλά, μάζεψα την «πραμάτεια» μου και χώθηκα ελπίζοντας να υπάρχει ελεύθερο τραπέζι. Για καλή μου τύχη, δυο πάγκοι και ψηλές καρέκλες στο πίσω μέρος με θέα τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, δίνοντας την ψευδαίσθηση της εξοχής μέσα στην πόλη, περίμεναν να δηλώσω την παρουσία μου.
 Στο βάθος πίσω από το τζάμι παρατηρώντας τους περαστικούς γεύομαι γλυκίσματα. Μοιάζουν με αντικείμενα που περνάνε πάνω σε ταινία παραγωγής που στη συνέχεια θα υποστούν επεξεργασία, διαχωρισμό και τελικά πακετάρισμα. Έχοντας ανακτήσει δυνάμεις από την επίπλαστη ευφορία που παρέχει η ζάχαρη περιμένω να περάσει η ώρα για την απόφαση. Μια απόφαση που θα δικαιώσει έναν αγώνα. Το σκηνικό συμπληρώνεται από πορτοκαλί αφίσες που κοσμούν τους τοίχους του δικαστικού μεγάρου και πανό κρεμασμένα στα κάγκελά του. Αλληλέγγυοι πηγαινοέρχονται, στέκονται μες τη βροχή, διαλέγονται. 
Εγώ, παρατηρητής πίσω απ το τζάμι.
Το γεγονός ότι η βροχή σταμάτησε και η ανάγκη της νικοτίνης – σε πείσμα όλων όσων διατείνονται ότι το κάπνισμα βλάπτει – με κάνει να διακόψω την παρατήρηση και να ενωθώ ξανά με το κομμάτι από το οποίο το έσκασα για λίγο, «επωφελούμενη» ως δικαιολογία το μικρό σουγιά που είχα στην τσάντα. Λόγος αρκετά σημαντικός για να κρατήσει κάποιον μακριά από μια δικαστική αίθουσα. Το διάλειμμα τελείωσε και όλοι έσπευσαν να ξαναμπούν στην αίθουσα. Συνωστίσθηκα στο πλήθος για ν αποφύγω τον έλεγχο.  Πρόεδρος, εισαγγελέας, αστυνομικοί, μάρτυρες, κατηγορούμενοι, αλληλέγγυοι η αίθουσα γεμάτη. Αριθμοί εκδικάζονται που στο πέρας τους ακούγεται ένα ένοχος ή αθώος. Τα χειροκροτήματα στην ετυμηγορία δεν ενόχλησαν τον πρόεδρο ο οποίος για να κρατήσει τα προσχήματα ζήτησε την επίσπευση των διαδικασιών αποχώρησης μετά από την κάθε αθώωση.
Ο αγώνας δικαιώθηκε.