Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Καθημερινές ιστορίες συνεντευξιακής τρέλας





Στο κυνήγι της πολυπόθητης εργασίας, αυτή που ψάχνουν πέρα από μένα μερικά εκατομμύρια Έλληνες, για να μην επεκταθώ σε παγκόσμια κλίμακα, έχω επιδοθεί μανιωδώς το τελευταίο διάστημα. Πήρα ανάποδες στροφές για το καλό μου και είπα να βγω στο κυνήγι ξανά, μιας και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω.
Στέλνοντας βιογραφικό, περιμένεις κάποια στιγμή να σε καλέσουν για συνέντευξη, αλλά αυτό είναι γνωστό. Αυτό που είναι άγνωστο είναι που θα πέσεις για να γίνει η εν λόγω συνέντευξη.
Στα κάμποσα χρόνια εμπειρίας μου στο συγκεκριμένο κυνήγι, δε λέμε πόσα, δεν είναι σωστό σύμφωνα με το savoiar vivre (sic!)  να ρωτάει κανείς μία κυρία την ηλικία της, είκοσι περίπου, έχω μάθει ν αποφεύγω μερικές κακοτοπιές.
Όταν για παράδειγμα δε μου αρέσει τελικά η εργασία που μου προσφέρεται, βγαίνει μπροστά η χαζή ξανθιά και τινάζει τη συνέντευξη στον αέρα. Ευτυχώς μέχρι τώρα δεν μου χει τύχει κανένας βιτσιόζος αφεντικός που να γουστάρει της χαζές ξανθές για υπαλλήλους του.
Χτυπάει το τηλέφωνο μεσημεριάτικα, άγνωστο κινητό και απαντώντας το, ανακαλύπτω ότι ήρθε η πολυπόθητη στιγμή που με καλούν για συνέντευξη. Καμπανάκι χτυπάει ευθύς αμέσως.
Καμία «σοβαρή» εταιρεία δε θα χρησιμοποιούσε κινητό για να καλέσει τους υποψήφιους συνεργάτες της. Επειδή κάτι τέτοιο δε μου χει ξανασυμβεί, αποφασίζω να δεχτώ το ραντεβού για συνέντευξη σε λίγες ώρες μετά το τηλεφώνημα. Είναι και βιαστικοί σκέφτηκα.
Μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, είχα να κάνω ένα σωρό άλλα που είμαι πτώμα μισή ώρα πριν από το μεγάλο γεγονός. Μάζεψα τα κουράγια μου, φόρεσα τα μαύρα μου και ήμουν συνεπέστατη στο ραντεβού μου.
Φτάνοντας έξω από την πόρτα βλέπω κολλημένο ένα χαρτί Α4 με την επωνυμία της επιχείρησης. Δεύτερο καμπανάκι. Προχειρότητα, παρά το ότι διατείνονται ότι είναι επαγγελματίες στο χώρο. Σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να φύγω, αλλά είχα την περιέργεια να το πάω μέχρι τέλους.
Χτυπάω το κουδούνι και μου ανοίγει μία δεσποινίς. Με περνάει σ ένα μεγάλο χώρο, άδειο σχεδόν, με διάσπαρτα γραφεία. Ο χώρος ήταν βρώμικος ο μισός και ο άλλος μισός ήταν υπό ανακαίνιση μιας και το μισό γραφείο που εκτείνονταν κυκλικά - όπως διαπίστωσα - σε όλο τον όροφο έμοιαζε με αποθήκη. Η δεσποινίς δε μου λέει να καθίσω. Ψάχνει τα όνομά μου σε μια μεγάλη λίστα (καμπανάκι), το βρίσκει και μου δίνει ένα ερωτηματολόγιο να συμπληρώσω αποτελούμενο από 4 σελίδες (καμπανάκι ξανά).
Της εξηγώ ότι θα πρέπει ν ακουμπήσω κάπου για να το συμπληρώσω και τότε με οδηγεί σ έναν άλλον χώρο πίσω από μια σιέλ φρεσκοβαμμένη πόρτα. Ο συγκεκριμένος χώρος ήταν καθαρός μεν, ακατάστατος δε. Κάθισα αναπαυτικά να συμπληρώσω το ερωτηματολόγιο. 

Η πρώτη σελίδα είχε ερωτήσεις που περιλάμβαναν τις δυνατότητες και τις αδυναμίες μου, τι ψάχνω από μια δουλειά και άλλα τέτοια.
Η επόμενη σελίδα είχε 20 ερωτήσεις με 4 υποερωτήματα όπου έπρεπε να επιλέξεις επίθετα και να πεις αν είσαι λίγο ή πολύ από το κάθε επίθετο, αλλά μόνο δύο από την κάθε τετράδα έπρεπε να επιλέξεις να απαντήσεις.
Οι δυο τελευταίες σελίδες ήταν η βαθμολογία της προσωπικότητάς μου, του ψυχογραφήματός μου μάλλον, σύμφωνα με τις απαντήσεις μου. Φούντωσα, αλλά πιστή στην περιέργειά μου πάλι δεν έφυγα. Την ώρα που μου εξηγούσε η δεσποινίς πώς έπρεπε ν απαντήσω στη δεύτερη σελίδα και πριν τελειώσει να μου εξηγεί, χτύπησε το κουδούνι και πέρασαν μέσα άλλοι 6 τουλάχιστον υποψήφιοι. Έμεινε στη μέση η εξήγηση. Να η ευκαιρία να τινάξω τη συνέντευξη στον αέρα.
Καμπανάκια χτυπούν συνέχεια. Εγώ εκεί.
Έχω ακόμα την περιέργεια να δω τη φάτσα του τύπου που κρύβεται στο μεγάλο γραφείο.
Αυτό που αντιμετώπισα μπαίνοντας τελικά στο μεγάλο γραφείο ξεπερνάει ό, τι κι αν είχα φανταστεί. Ένας τύπος γύρω στα εξήντα πίσω από ένα τεράστιο γραφείο ο οποίος δεν ήταν μόνος. Αλλά αυτό είναι κάτι που περίμενα.
Αυτό που δεν περίμενα είναι ότι ο δεύτερος παρόντας στο χώρο, ένας παππούς ετών ογδονταφεύγα ο οποίος στα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα της μονόλεπτης συνέντευξής μου σηκώθηκε κι έφυγε στην ψύχρα.
Μάλλον το συνθηματικό ήταν αυτό ότι δεν κάνω για τη δουλειά, σκέφτηκα. Έφυγε ίσως γιατί χωρίς να μου πουν να κάτσω, έκατσα, κάθισα σταυροπόδι και ακούμπησα τον έναν αγκώνα πίσω στην καρέκλα. Πριν καλά καλά βολευτώ, άκουσα το γνωστό, "θα σας ειδοποιήσουμε".
Δίνοντας το χέρι μου - είμαι κι ευγενικό παιδί - του λέω, "μη με ειδοποιήσετε, καλό σας βράδυ" με πλατύ χαμόγελο πάντα.
Κατά την έξοδο συνάντησα μία κοπέλα που με ρώτησε αν ήμουν κι εγώ για τη συνέντευξη.
Φυσικά την προϊδέασα, αλλά την προέτρεψα να το ζήσει.
Εμπειρίες είναι αυτές.