Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Τα παιδιά αλλάζουν τον κόσμο



Η πλειοψηφία όσων γίνονται γονείς δε το σκέφτονται, απλά γίνονται. Επίσης, γονιός δεν είναι μόνο αυτός που γεννάει. Ένα είναι το σίγουρο. Κανείς δε γεννιέται μαθημένος πως είναι στην πράξη να είναι γονιός. Κι αν κάτι αναμένεται απ αυτόν που είτε αποφασίζει είτε του προκύπτει να γίνει γονιός είναι ότι θα πατήσει στα χνάρια που έχει μάθει  από τους δικούς του γονείς ή αυτό που επιτάσσει η κοινωνία σύμφωνα με τις κοινωνικές καταβολές κι επιβολές. Θ’ ακολουθήσει τη μαθημένη πεπατημένη οδό. 
Παιδί ή παιδιά προκύπτουν, γεννιούνται και παλεύουν να αποκτήσουν τη θέση τους στον κόσμο από την πρώτη στιγμή που θα κλάψουν παίρνοντας την πρώτη τους ανάσα, ακούγοντας ένα "ΜΗ!" σε κάθε τους νέο βήμα, σε κάθε αμφισβήτηση των ορίων που θέτει η κοινωνία μέσω των γονέων. Γεννιούνται "πρίγκιπες" και "πριγκίπισσες" που γαλουχούνται με παραμύθια για κακούς λύκους και πρίγκιπες πάνω σε λευκά άλογα που σώζουν τις πριγκίπισσες από κακές μητριές, τέρατα, κακούς δράκους. Κατασκευασμένες συμπεριφορές με εργαλείο το μύθο, γιατί άλλωστε τα κορίτσια φοράνε ροζ και τα αγόρια μπλε. Τα κορίτσια παίζουν με κουζινικά ενώ τα αγόρια, που κατεβάζουν τα ντουλάπια της κουζίνας αραδιάζοντας τις κατσαρόλες και τα τηγάνια, δεν συμπεριφέρονται «αντρικά». Τα αγόρια άλλωστε δεν κλαίνε και τα κορίτσια γνωρίζουν όλο το φάσμα των χρωμάτων που ο αντρικός εγκέφαλος αδυνατεί να κατανοήσει. Τα κορίτσια δεν καταλαβαίνουν από ποδόσφαιρο και τα αγόρια πηγαίνουν με τον μπαμπά στο γήπεδο. Τα κορίτσια ασχολούνται με φορέματα μαλλιά και νύχια. Από νωρίς εμφυτεύεται η αντίληψη ότι ο Θεός δημιούργησε τον Άνθρωπο κατ’ εικόνα  του, έτσι και οι γονείς κάνουν τα πάντα για να πλάσουν το παιδί τους σύμφωνα με τη δική τους εικόνα γιατί εν μέρει είναι ένα κομμάτι από αυτούς, μια αντίληψη η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στο πατρονάρισμα και την εξάρτηση. 
Παντού γύρω τους κατασκευή προτύπων και στερεότυπων και μέσα σε όλο αυτό το προκατασκευασμένο καλούπι τα παιδιά αναμένεται να διαμορφώσουν τη δική τους προσωπικότητα, να πάρουν το δικό τους σχήμα. 
Μετά έρχεται το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο, όπου καταστρέφεται ο αυθορμητισμός, τα ιδιαίτερα εσωτερικά χαρακτηριστικά του κάθε παιδιού και η διαφορετικότητα. Η εκπαίδευση στον καπιταλισμό είναι προδιαγεγραμμένο να δημιουργήσει ανθρώπους πανομοιότυπους σαν προϊόντα σε ταινία παραγωγής. Ό, τι διαφέρει στιγματίζεται, χλευάζεται και απομονώνεται. Στείρα αναπαραγωγή των όσων εκφράζουν γονείς και δάσκαλοι χωρίς πεδίο ελεύθερης και ανεξάρτητης νοητικής ανάπτυξης. "Μασημένη τροφή" που κατασκευάζει ίδιες προσωπικότητες χωρίς κριτική ικανότητα, που αρκούνται σε κενές γνώσεις για χάρη μιας αέναης παραγωγικής διαδικασίας. Η κριτική σκέψη πάει περίπατο γιατί άλλωστε το να μελετά κανείς και να έχει λόγο πάνω σ αυτό που μελετά δε συμφέρει γιατί αναπτύσσει πραγματικά.
Έπεται το γυμνάσιο πακέτο με την εφηβεία. Οι ορμόνες σε κατάσταση αλλοπρόσαλλη και αυτό που αναμένεται είναι να πειθαρχήσει ο έφηβος στις επιταγές του συστήματος γονείς-σχολείο-κοινωνία. Να προσέχει πως ντύνεται και συμπεριφέρεται να μην προκαλεί, ενώ η όλη ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση να τον οδηγεί σε έκρηξη. 
Ο έφηβος καλείται να καταναλώνει τον χρόνο του μεταξύ φροντιστηρίου και σχολείου και να μην διαμαρτύρεται για την έλλειψη ελεύθερου χρόνου γιατί τώρα χτίζει το μέλλον του και δεν υπάρχουν περιθώρια για παιχνίδι, συναναστροφή ή έρωτες. Οι γονείς στερούνται τα πάντα για να παρέχουν στα παιδιά τους το καλύτερο, για να είναι καλά στη σωματική τους υγεία. Είναι ακέραιοι προστάτες απέναντι σε όποιον πειράξει τα βλαστάρια τους, αλλά, αυτοί οι ίδιοι θα παραμείνουν τις περισσότερες φορές αδιάφοροι και χωρίς κατανόηση για την ψυχή των παιδιών τους, τα σκιρτήματα και τους πόθους τους, εσκεμμένα κουφοί ή ανίκανοι να ακούσουν τον εκρηκτικό ήχο του νεανικού πνεύματος που φωνάζει για αναγνώριση. Αντίθετα, θα καταπνίξουν κάθε φωνή που διψά για ζωή. Θα προτάξουν το δάχτυλο της αυθεντίας μπροστά στα μούτρα του νέου μην αφήνοντας ν’ ακουστεί η φωνή της προσωπικής ανάπτυξης, της ομορφιάς του χαρακτήρα και της δύναμης των ανθρώπινων σχέσεων. Ενοχοποιείται κάθε σπατάλη χρόνου σε καθετί που οι γονείς-καθηγητές-κοινωνία δεν θεωρεί σημαντικό γιατί αυτοί ξέρουν καλύτερα το καλό του παιδιού τους. Έτσι, σημαντικό θεωρείται το κυνήγι  βαθμών αντί της γνώσης για να φτάσει το παιδί όχι στο λύκειο, αλλά στην τελευταία τάξη του λυκείου όπου εκεί πρέπει να τα δώσει όλα στην τελική ευθεία για την κρεατομηχανή, aka πανελλαδικές εξετάσεις, έχοντας πληρώσει αδρά σε προσωπικό χρόνο, τουλάχιστον. Κι όλα αυτά για να κερδίσει μία θέση σε μία σχολή που πιθανότατα δεν θα είναι καν η επιλογή του, αυτό που ονειρεύεται για το δικό του μέλλον, αλλά αυτό που επέλεξαν γονείς και κοινωνία. Ή καλείται από πολύ νωρίς να βγει στο στίβο της εργασίας αφού κατά κοινή ομολογία "δεν τα παίρνει τα γράμματα".
Νεαρός ενήλικας πια καλείται να σταθεί στον κόσμο, να εργαστεί, να ασκεί τα δικαιώματά του ως πολίτης αναπτύσσοντας τη δική του ταυτότητα αλλά όχι πολύ για να μην ξεφύγει από τα παραδεδεγμένα ή τολμήσει να αμφισβητήσει την καθεστηκυία τάξη. Καλείται ν’ αποτελέσει ένα πειθήνιο και καταξιωμένο μέλος της κοινωνίας για το οποίο γονείς και δάσκαλοι μπορούν να υπερηφανεύονται.      
Όλοι οι θεσμοί, η οικογένεια, το σχολείο, η εκκλησία,  το κράτος και οι ηθικοί κανόνες που επιβάλουν, στοχεύουν στο να καλουπωθεί ο τρόπος συμπεριφοράς, το συναίσθημα, ο αυθορμητισμός, τα ιδιαίτερα εσωτερικά χαρακτηριστικά και η πρωτοτυπία της σκέψης του παιδιού από πολύ μικρή ηλικία και να διαμορφωθεί βάσει των προτύπων-καλουπιών που οι θεσμοί επιβάλλουν. Στοχεύουν, για παράδειγμα, στη δημιουργία του πολίτη-φοροδότη-καλοπληρωτή, του υπομονετικού εργαζόμενου-σκλάβου, της υπομονετικής συζύγου-πολυμηχάνημα, του στιβαρού-κουβαλητή οικογενειακών βαρών.
Τα προσκόμματα στο δρόμο της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα ενός παιδιού είναι τόσα πολλά που σπάνια ένα παιδί καταφέρνει να βγει αλώβητο μέσα από τις τόσες απόπειρες ακρωτηριασμού της ύπαρξής του. Είναι απαραίτητο οι γονείς που είτε επιλέγουν είτε τους προκύπτει να γίνουν γονείς να καταλάβουν ότι η μόρφωση και η διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους δεν είναι συνώνυμη με την εκπαίδευση και τη δημιουργία αντιγράφων του εαυτού τους. Καταναλώνεται χρόνος, ενέργεια, επιστρατεύονται μέσα για τη δημιουργία καλουπιών και τη σχηματοποίηση του υλικού της παιδικής και νεανικής ψυχής αλλά κατά τ’ άλλα ελπίζουμε σε ανθρώπους που στο μέλλον θ’ αλλάξουν τον κόσμο; 



Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Από το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή


I.

Είναι καριόλα αυτή η πόλη.

Περπατάς στους δρόμους της μήνα Ιανουάριο και μοιάζει με Απρίλη. Ο ήλιος σου ζεσταίνει ευχάριστα το πρόσωπο. Η μούχλα των υπογείων σε πιάνει από τη μύτη στην Ερμού όπως και η τσίκνα στα σοκάκια του Ψυρρή. Άνθρωποι στη δύση τους περπατούν στην Αθηνάς κι εσύ αναρωτιέσαι γιατί, αλλά καταλαβαίνεις κιόλας. Η ζωή κυλάει πιο γρήγορα εκεί σα να βιάζονται να φύγουν μια ώρα αρχύτερα περπατώντας με μπαστούνι.

Δε συγκράτησα τίποτα από την βοή της πόλης. Χαμένη κάπου πριν την Πειραιώς πέφτω πάνω σε ένα απίστευτο σαλιγκάρι φτώχειας και εξαθλίωσης. Ουρά συσσιτίου κατ’ άλλους. Συνεχίζω χαμένη με το κεφάλι σκυφτό προσπαθώντας να βρω το δρόμο μου κάπου μετά. Τα μπουρδέλα με το άσπρο φωτάκι εκεί, στα σπίτια ερείπια με την πινακίδα νέον μέσα από την ανοιχτή πόρτα. Τα πρεζόνια με τη σύριγγα στο χέρι να φλερτάρουν με το θάνατο και τον έμπορα στη γωνία να κοιτάζει την «πελατεία» του. Άστεγοι που κοιμούνται πάνω σε κουβέρτες ή στρώματα, κουκουλωμένοι μέχρι πάνω, να μην φαίνεται το πρόσωπό τους, κρυμμένοι από την κοινή θέα αλλά ακάλυπτοι στα στοιχεία της φύσης και στην απανθρωπιά αυτού του κόσμου. Κάποιοι πιο τυχεροί σε ξενώνα φιλοξενίας για λίγες ώρες, μκο παντού, φιλανθρωπία παντού, ανθρωπιά;  


II.


Είναι καριόλα αυτή η πόλη χειμώνα καιρό.

Τι μ ενοχλεί περισσότερο; Που κάποιες από τις καλύτερες στιγμές μου τις έχω περάσει εκεί. Είναι στιγμές που γαντζώνομαι σ’ αυτές σαν τον κισσό στο δέντρο, ρουφώντας τες μέχρι να στεγνώσουν. Μετά τις αφήνω ξέπνοες, χωρίς ζωή να κρυφτούν σα σκιές στο σκοτάδι.

Χίλιες μύριες εικόνες σαν τα φώτα της τη νύχτα. Οι τοίχοι υψώνονται αν δεν τους προλάβεις. Οι γωνίες τους ακονίζουν τις σόλες μου. Κάθε βήμα και φουσκάλα γιατί αν δε φουσκαλιάσουν τα πόδια μου, δε σταματάω. Ούτε και τότε ακόμα. Εφευρίσκω τρόπους να χαθώ και πάλι, εκεί που σου κρατάω το χέρι κι εσύ σχηματίζεις με το δικό σου το σχήμα του δικού μου σα να θες να κρατήσεις την εικόνα του στην αφή σου. Αν δε μου κρατάς το χέρι δε μπορώ να προχωρήσω. Ο δρόμος μπροστά κοινός με διακλαδώσεις. Υπάρχουμε ανάμεσα στις διασταυρώσεις, εκεί που ανάβουν φανάρια και διασχίζουν το δρόμο πεζοί, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Υπάρχω να κοιτάζω μία το κόκκινο και μία το πράσινο (απο)φεύγοντας. Τον εαυτό μου. Ένας λαβύρινθος με μία μόνο έξοδο, αρκεί να μου κρατάς το χέρι.


III.


Είναι καριόλα αυτή πόλη το χειμώνα.

Ο χειμώνας διαρκεί λίγο ενώ το φθινόπωρο είναι παρατεταμένο και η άνοιξη πρώιμη. Κοιτώντας  τα χέρια μου είναι σα να κοιτάζω στον καθρέφτη. Κοιτώντας τα χέρια μου είναι σα να κοιτάζω εσένα. Δύο όψεις σα το Γενάρη, θεό όλων των ενάρξεων και των μεταβάσεων σαν αυτή που ζούμε. Μια μετάβαση η ζωή, κι εμείς σταθμοί που διασταυρώθηκαν, όχι δρόμοι, όχι οδοί. Σταθμοί γιατί αποτελούν σημεία αναφοράς. Μοναστηράκι, Ομόνοια, Βικτώρια, μπρος – πίσω γιατί η διαδρομή τελειώνει κάποια στιγμή και πως να την παρατείνεις αλλιώς… Πόσους αποχαιρετισμούς μπορείς να βιώσεις σε μία μέρα; Σε μία νύχτα; Με ένα αντίο να πλανάται σε κάθε βλέμμα που έδιωχνα για να μην αντικρίζει αυτό των ανθρώπων που κείτονται έρμαια στις διαθέσεις τις εκάστοτε εξουσίας. Καρυδότσουφλα στον άνεμο και τη βροχή, κούφια ξύλα θαρρείς αυτοί οι άνθρωποι, να υπομένουν αγόγγυστα, έγκλειστοι σε «ελεύθερο» χώρο που τους φτύνει γιατί δε χωρούν πουθενά. Κανείς μας δε χωρά.


IV.

Είναι καριόλα αυτή η πόλη.

Η θάλασσα είναι τόσο κοντά της γιατί τη βλέπω στα μάτια τους, σ’ εκείνο τον περίπατο. Θυμάμαι; Φουρτούνιασαν, σχεδόν μ’ έπνιξαν, κι εγώ ανήμπορος ταξιδευτής να κατευνάσω το μένος τους, σε άφησα να φύγεις, μνήμη, δίνοντας μου ακόμα μία να πάω παρακάτω, να πιάσω άμμο από το βυθό. Μα το χέρι μου σκάλιζε το χώμα στου Φιλοπάππου φτιάχνοντας φαύλους αέναους κύκλους. Θυμάμαι; Μουσικές παντού να μπλέκονται δημιουργώντας το χάος κι εγώ να λέω, “σταμάτα εσύ, παίξε εσύ” κι εσύ, να γελάς και να φουρτουνιάζει η θάλασσα πιο πολύ. Κι ο κόμπος στο λαιμό μου να γίνεται ρόγχος και να με σφίγγει, όπως σφίγγουν οι πολυκατοικίες το λόφο του Στρέφη που μόλις και μετά βίας υπάρχει και κατηφορίζει στις μεγάλες οδούς και στον Ομφαλό του κόσμου, γιατί η Ομόνοια παίζει αυτό τον πολυπολιτισμικό ρόλο, όχι το Σύνταγμα ή η Πλάκα. Εκεί ακούς όλες τις γλώσσες της Βαβέλ και χάνεσαι στο χωροχρόνο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή. Σε ταξίδι που χαράζεις εσύ ο ίδιος γιατί δε γίνεται αλλιώς. Μόνο από σένα και μέσα από εσένα.


Είναι καριόλα αυτή η πόλη, όλες τις εποχές.


Κάθε επιστροφή με πληγώνει.