Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Από το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή


I.

Είναι καριόλα αυτή η πόλη.

Περπατάς στους δρόμους της μήνα Ιανουάριο και μοιάζει με Απρίλη. Ο ήλιος σου ζεσταίνει ευχάριστα το πρόσωπο. Η μούχλα των υπογείων σε πιάνει από τη μύτη στην Ερμού όπως και η τσίκνα στα σοκάκια του Ψυρρή. Άνθρωποι στη δύση τους περπατούν στην Αθηνάς κι εσύ αναρωτιέσαι γιατί, αλλά καταλαβαίνεις κιόλας. Η ζωή κυλάει πιο γρήγορα εκεί σα να βιάζονται να φύγουν μια ώρα αρχύτερα περπατώντας με μπαστούνι.

Δε συγκράτησα τίποτα από την βοή της πόλης. Χαμένη κάπου πριν την Πειραιώς πέφτω πάνω σε ένα απίστευτο σαλιγκάρι φτώχειας και εξαθλίωσης. Ουρά συσσιτίου κατ’ άλλους. Συνεχίζω χαμένη με το κεφάλι σκυφτό προσπαθώντας να βρω το δρόμο μου κάπου μετά. Τα μπουρδέλα με το άσπρο φωτάκι εκεί, στα σπίτια ερείπια με την πινακίδα νέον μέσα από την ανοιχτή πόρτα. Τα πρεζόνια με τη σύριγγα στο χέρι να φλερτάρουν με το θάνατο και τον έμπορα στη γωνία να κοιτάζει την «πελατεία» του. Άστεγοι που κοιμούνται πάνω σε κουβέρτες ή στρώματα, κουκουλωμένοι μέχρι πάνω, να μην φαίνεται το πρόσωπό τους, κρυμμένοι από την κοινή θέα αλλά ακάλυπτοι στα στοιχεία της φύσης και στην απανθρωπιά αυτού του κόσμου. Κάποιοι πιο τυχεροί σε ξενώνα φιλοξενίας για λίγες ώρες, μκο παντού, φιλανθρωπία παντού, ανθρωπιά;  


II.


Είναι καριόλα αυτή η πόλη χειμώνα καιρό.

Τι μ ενοχλεί περισσότερο; Που κάποιες από τις καλύτερες στιγμές μου τις έχω περάσει εκεί. Είναι στιγμές που γαντζώνομαι σ’ αυτές σαν τον κισσό στο δέντρο, ρουφώντας τες μέχρι να στεγνώσουν. Μετά τις αφήνω ξέπνοες, χωρίς ζωή να κρυφτούν σα σκιές στο σκοτάδι.

Χίλιες μύριες εικόνες σαν τα φώτα της τη νύχτα. Οι τοίχοι υψώνονται αν δεν τους προλάβεις. Οι γωνίες τους ακονίζουν τις σόλες μου. Κάθε βήμα και φουσκάλα γιατί αν δε φουσκαλιάσουν τα πόδια μου, δε σταματάω. Ούτε και τότε ακόμα. Εφευρίσκω τρόπους να χαθώ και πάλι, εκεί που σου κρατάω το χέρι κι εσύ σχηματίζεις με το δικό σου το σχήμα του δικού μου σα να θες να κρατήσεις την εικόνα του στην αφή σου. Αν δε μου κρατάς το χέρι δε μπορώ να προχωρήσω. Ο δρόμος μπροστά κοινός με διακλαδώσεις. Υπάρχουμε ανάμεσα στις διασταυρώσεις, εκεί που ανάβουν φανάρια και διασχίζουν το δρόμο πεζοί, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Υπάρχω να κοιτάζω μία το κόκκινο και μία το πράσινο (απο)φεύγοντας. Τον εαυτό μου. Ένας λαβύρινθος με μία μόνο έξοδο, αρκεί να μου κρατάς το χέρι.


III.


Είναι καριόλα αυτή πόλη το χειμώνα.

Ο χειμώνας διαρκεί λίγο ενώ το φθινόπωρο είναι παρατεταμένο και η άνοιξη πρώιμη. Κοιτώντας  τα χέρια μου είναι σα να κοιτάζω στον καθρέφτη. Κοιτώντας τα χέρια μου είναι σα να κοιτάζω εσένα. Δύο όψεις σα το Γενάρη, θεό όλων των ενάρξεων και των μεταβάσεων σαν αυτή που ζούμε. Μια μετάβαση η ζωή, κι εμείς σταθμοί που διασταυρώθηκαν, όχι δρόμοι, όχι οδοί. Σταθμοί γιατί αποτελούν σημεία αναφοράς. Μοναστηράκι, Ομόνοια, Βικτώρια, μπρος – πίσω γιατί η διαδρομή τελειώνει κάποια στιγμή και πως να την παρατείνεις αλλιώς… Πόσους αποχαιρετισμούς μπορείς να βιώσεις σε μία μέρα; Σε μία νύχτα; Με ένα αντίο να πλανάται σε κάθε βλέμμα που έδιωχνα για να μην αντικρίζει αυτό των ανθρώπων που κείτονται έρμαια στις διαθέσεις τις εκάστοτε εξουσίας. Καρυδότσουφλα στον άνεμο και τη βροχή, κούφια ξύλα θαρρείς αυτοί οι άνθρωποι, να υπομένουν αγόγγυστα, έγκλειστοι σε «ελεύθερο» χώρο που τους φτύνει γιατί δε χωρούν πουθενά. Κανείς μας δε χωρά.


IV.

Είναι καριόλα αυτή η πόλη.

Η θάλασσα είναι τόσο κοντά της γιατί τη βλέπω στα μάτια τους, σ’ εκείνο τον περίπατο. Θυμάμαι; Φουρτούνιασαν, σχεδόν μ’ έπνιξαν, κι εγώ ανήμπορος ταξιδευτής να κατευνάσω το μένος τους, σε άφησα να φύγεις, μνήμη, δίνοντας μου ακόμα μία να πάω παρακάτω, να πιάσω άμμο από το βυθό. Μα το χέρι μου σκάλιζε το χώμα στου Φιλοπάππου φτιάχνοντας φαύλους αέναους κύκλους. Θυμάμαι; Μουσικές παντού να μπλέκονται δημιουργώντας το χάος κι εγώ να λέω, “σταμάτα εσύ, παίξε εσύ” κι εσύ, να γελάς και να φουρτουνιάζει η θάλασσα πιο πολύ. Κι ο κόμπος στο λαιμό μου να γίνεται ρόγχος και να με σφίγγει, όπως σφίγγουν οι πολυκατοικίες το λόφο του Στρέφη που μόλις και μετά βίας υπάρχει και κατηφορίζει στις μεγάλες οδούς και στον Ομφαλό του κόσμου, γιατί η Ομόνοια παίζει αυτό τον πολυπολιτισμικό ρόλο, όχι το Σύνταγμα ή η Πλάκα. Εκεί ακούς όλες τις γλώσσες της Βαβέλ και χάνεσαι στο χωροχρόνο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή. Σε ταξίδι που χαράζεις εσύ ο ίδιος γιατί δε γίνεται αλλιώς. Μόνο από σένα και μέσα από εσένα.


Είναι καριόλα αυτή η πόλη, όλες τις εποχές.


Κάθε επιστροφή με πληγώνει.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου