Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

από το ημερολόγιο ενός ονειροπόλου




Ι.

Βρισκόμουν κάπου που είχε ομίχλη
και έκανε κρύο.
Το θυμάμαι γιατί δεν ένιωθα τίποτα,
παρά μόνο τον αχνό των δακρύων
που έκαιγαν το δέρμα του προσώπου
καθώς κυλούσαν φτιάχνοντας ρυάκια βροχής,
τοξικής σα γάγγραινα,
που αν δεν την κόψω,
αφαιρώντας το κομμάτι εκείνο της ψυχής που νοσεί,
θ’ αρρωστήσω και
μπορεί και ν’ αποβεί μοιραίο,
είπαν. 
Είχαν τη γεύση της αλμύρας. 

Έτσι, όταν βρέχει εντός, αδιάβροχο ψυχής ενδείκνυται.

Το παρελθόν είναι σαν το θηρίο μέσα σε κλουβί. 
Ψάχνει πάντα τον τρόπο να σπάσει τα δεσμά
για να απελευθερωθεί στο τώρα. 
Όσο πιο σφιχτά τα δεσμά,
τόσο πιο μεγάλη η λύσσα.
Του μέλλοντος η λύσσα πιο μεγάλη.


Πόσο αδύναμο το “έχασα” στο τώρα,
μπροστά στο “ἀπώλεσα” που εμπεριέχει τον όλεθρο.
Πόση ζωή, μετρώντας την σε στιγμές, έχει άραγε πριν το τέρμα;
Έχει ζωή πριν…;

Μαγειρεύοντας κάτι που όταν ζούσε βύζαινε,
ακούγεται το καπάκι της κατσαρόλας
να χοροπηδά στο ρυθμό του χορού
που θα ‘στηναν κανίβαλοι
γύρω από το καζάνι που βράζει
μ’ εμένα ως κυρίως πιάτο
και θα ‘ταν η ώρα σαρακοστή
βγαίνοντας από το σπίτι όπου οι νηστεύοντες
με περνούν από δίωρη εξονυχιστική ιερά εξέταση
για ένα μήνα μαθήματα
οχτώ ευρώ την ώρα
όμως θα με ειδοποιήσουν
αν ταιριάξει η χημεία
κανιβαλίζοντας υποψηφίους
γιατί το χρήμα έχει πάντα τη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Όνειρο ήταν, θα περάσει...


II.

Όλα είναι τρόπος
σαν να ήταν τσιτάτο,
μαθ(σ)ημένο απ’ έξω,
που το ανασύρει κάνεις σε κάθε περίπτωση
που θέλει να ενισχύσει τη θέση του
χωρίς απαραίτητα να το κάνει πράξη. 
Όλα είναι τρόπος, για να είναι όλα δρόμος
που προφητικά βλέπω να έρχεται
όπως περιμένω να πέσει ένα φρούτο από το δέντρο
και αυτό σαπίζει πριν πέσει.
Το λες και απογοήτευση.


Ένα παιδί ή ένας σκύλος δεν θα σε προδώσει ποτέ.
Όποιος άλλος θα το κάνει με την πρώτη ευκαιρία.
Ανιδιοτελείς ηλίθιοι, ονειροπόλοι.
Αυτοί είμαστε, τα παιδιά και οι σκύλοι. 

Συναντώ ανθρώπους σπασμένους
γεμάτους γωνίες και αγκίδες να ματώνουν.
Ποτάμια αίματος ρέουν όταν αγγίζονται.
Κι εγώ, περπατώ στο δρόμο
χωρίς σκοπό φυλακίζοντας τις αισθήσεις μου
ενώ νιώθω τον οργασμό της φύσης να με παρακινεί
να γευτώ ό,τι μου δίνεται
απλόχερα
και ενώ το μόνο που πρέπει να κάνω είναι
ν’ απλώσω και ν’ αρπάξω αυτό που μου δίνεται.
Το λες και παραίτηση;



ΙΙΙ.

Δίνοντας χρώμα σε κάτι που έβγαζε καρπούς
τα χέρια τώρα χαϊδεύουν
στα γόνατα
κουτσή η ψυχή κοιτάζει στον ορίζοντα
μια θάλασσα μακρινή
νιώθοντας πόνο σαν βελόνες πλεξίματος
που πλέκουν ίντριγκες και μαχαιριές πισώπλατα
είναι αργά για δάκρυα 
έπρεπε να 'χα μάθει μέχρι τώρα
τι φέρνουν ένα φιλί και τριάντα αργύρια.


Τα παράθυρα που ψάχνει κανείς
κι αν τα βρει δεν ξέρει τι να τα κάνει,
κάποιοι τα ζωγραφίζουν με αίμα σε σκοτεινά κελιά
γιατί τον ορίζοντα λίγοι θέλουν να τον αγγίξουν

είναι λέει ανέφικτο ενώ ένα ταβάνι με τη σκιά σου το αγγίζεις άνετα... 

ψάχνω διαφυγή από την ασφυξία,
φωνάζω “καλό σας βράδυ καλή συνέχεια”
βγαίνοντας από πόρτα που θα μπορούσα, λένε, να αντλήσω υπεραξία 

καγχάζω 

στο πόσο λίγο έχουν καταλάβει ότι
όποιος ονειρεύεται ότι φτάνει τον ορίζοντα στα παπ…
ουτσια του δεν κοιτάζει ποτέ. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου