Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Οι πουθενάδες



«Ο πρόσφυγας είναι μετέωρος, στον αέρα, μεταξύ ουρανού και γης, για την ακρίβεια κάτω από έναν απρόσιτο και ξένο ουρανό και χωρίς γη, σε μια διαρκή Έξοδο χωρίς Γη της Επαγγελίας. Μια Έξοδο ως μη Έξοδο και ως διαρκή εκτοπισμό», γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο άρθρο του Πρόσφυγες: Έξοδος χωρίς Γη της Επαγγελίας [1]. Η λέξη πρόσφυγας ανάγεται σε όρο ομπρέλα που περιλαμβάνει κάθε άνθρωπο που σύρεται στη φτώχεια και την εξαθλίωση, κάθε «πουθενά» που εγκλωβίζεται στο μικρόκοσμο της μίζερης ζωής – ζυγού  που του επιβάλλουν, οργώνοντας σισύφεια σαν άλλο βόδι το στέρφο χωράφι του καπιταλισμού.

Πουθενάδες όπως η 62χρονη εργαζόμενη του Δήμου Ζωγράφου η οποία καταρρέει την ώρα που εργάζεται και πέφτει νεκρή ή ο 45χρονος εργάτης σε μία από τις ελάχιστες εναπομείναντες βιομηχανίες της χώρας, που εργάζεται τους 50 βαθμούς Κελσίου ή η χωρισμένη 45χρονη γυναίκα που αναγκάζεται να εργάζεται σε δύο δουλειές για να τα βγάλει πέρα με δύο παιδιά λίγο πριν το πανεπιστήμιο ή ο 30χρονος που εργάζεται 15 ώρες ημερησίως «μαύρα» και προσπαθεί να στήσει τη ζωή του ή ο 60χρονος που παλεύει να κρατήσει το μεροκάματο γιατί έχει παιδιά που σπουδάζουν ή η 35χρονη έγκυος ελεύθερη επαγγελματίας που είναι ανασφάλιστη γιατί αδυνατεί να πληρώσει τις εισφορές της ή ο 40χρονος άνεργος πολύτεκνος με προβλήματα εξάρτησης ή η 60χρονη συνταξιούχος που μόλις που τα βγάζει πέρα ή η 40χρονη άνεργη που κακοποιείται από το σύζυγό της αλλά δεν έχει διέξοδο ή η 17χρονη που θέλει να φύγει από το σπίτι γιατί δεν αντέχει άλλο τους καυγάδες των γονιών της ή 29χρονη 5μηνη που θα παίρνει μισθό πείνας για τους επόμενους 3 μήνες ακόμα ή η 37χρονη ταμίας σε σουπερμάρκετ που παίρνει 180 ευρώ και κάποια τρόφιμα ή, ή, ή… ατέλειωτος αριθμός από πουθενάδες χωρίς Γη της Επαγγελίας με το χάσμα ανισότητας, ανάμεσα σ’ αυτούς, τους  άμεσους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου και στους κατόχους του να έχει γίνει αβυσσαλέο.

«Η μετατροπή της επαναστατικής θεωρίας του Μαρξισμού σε υλική δύναμη μέσα στις μάζες απαιτεί την επίμονη σφυρηλάτηση μιας πρωτοπόρας οργάνωσης στελεχών που θα είναι σε θέση και να αντλούν πείρα από την πάλη και να την αναλύουν στο Κόμμα – εργαστήριο της τάξης και να επανεισάγουν στους κοινωνικούς αγώνες τα προϊόντα της ανάλυσης επεξεργασμένα σε στρατηγική και τακτική, πρόγραμμα και πολιτική» γράφει ξανά ο Σάββας Μιχαήλ[2].

«Η παρέμβαση της ηγεσίας, του επαναστατικού κόμματος, του προγράμματός του, των συμμαχιών και των μετώπων που οικοδομεί, σε σύγκρουση με άλλα κόμματα και προγράμματα αποκτά κρίσιμη, αποφασιστική σημασία για την έκβαση του αγώνα», συνεχίζει. Χρέος λοιπόν του επαναστατικού κόμματος είναι να βρει τον τρόπο να ενώσει και να ενωθεί με τους «πουθενάδες» ώστε η ασυνείδητη ιστορική διαδικασία να αποκτήσει νικηφόρα συνειδητή έκφραση και να αναδυθεί το υποκείμενο της χειραφέτησης, γιατί την επανάσταση ή θα την κάνουν οι «πουθενάδες» ή δε θα γίνει ποτέ και η νίκη της, «δεν είναι ζήτημα τύχης κι αυτοσχεδιασμών αλλά «στρατηγικό καθήκον».





[1] Μιχαήλ, Σάββας, Πρόσφυγες: Έξοδος χωρίς Γη της Επαγγελίας, Ομιλία στο Σεμινάριο για το Προσφυγικό, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 20 Απριλίου 2016

[2] Σάββας Μιχαήλ Τάξη, Κόμμα, Ηγεσία Σκέψεις πάνω στο πολιτικό υποκείμενο της Χειραφέτησης Εισήγηση στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολιτικής Ψυχολογίας (25-27/5/07), Πανεπιστήμιο Αθήνας, Σάββατο 26 Μαΐου 2007


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Η μάνα

Gustav Klimt – Mother and Child


Το γυναικείο ζήτημα θεωρείται παρωχημένο και πολλ@ διατυπώνουν την άποψη ότι το 2017, στην κοινωνία του σήμερα, η θέση της γυναίκας έχει βελτιωθεί αισθητά, έχει πλαισιωθεί από νόμους και όλα βαίνουν καλώς. Η κοινωνική πραγματικότητα όμως είναι πολλή διαφορετική.  

Όταν έρχεται η στιγμή που σου ζητείται να υπογράψεις με μια ιδιότητα η οποία θα προσδώσει κύρος στην υπογραφή σου, η πρώτη ιδιότητα – ρόλος – ταυτότητα είναι μια κοινωνική ταυτότητα, η επαγγελματική σου ιδιότητα. Για έναν άντρα, αυτή η ιδιότητα είναι ίσως το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο νου, να υπογράψει ως γιατρός, εργάτης, ελεύθερος επαγγελματίας, γιατί αυτός είναι ο ρόλος που του έχει ανατεθεί να παίξει στην κοινωνία. Για μια γυναίκα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν αποτελεί ζήτημα ετεροκαθορισμού, αλλά καθημερινής πρακτικής. Οι ρόλοι που συνεχίζει να αναλαμβάνει μία γυναίκα ακόμα και σήμερα, στην εποχή της «ισότητας», παραμένουν πολλαπλοί εξού και οι πολλαπλές ιδιότητες τις οποίες προβάλει, με κυρίαρχη αυτή της μητρότητας.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν συναινετικές αντιλήψεις κοινές μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Αναδύονται μέσα από την άτυπη καθημερινή επικοινωνία. Μετατρέπουν το ξένο και το σύνθετο σε οικείο και απλό αντίστοιχα και προσφέρουν κατ’ αυτό τον τρόπο ένα πλαίσιο κοινής λογικής για την ερμηνεία των εμπειριών μας. Μια κοινωνική αναπαράσταση γίνεται μια αποδεκτή αναμφισβήτητη ερμηνεία κοινής λογικής που τείνει να απωθεί τις εναλλακτικές ερμηνείες και να καθιερώνεται ως «ορθοδοξία». [1]

Στην μεσοαστική, καπιταλιστική, πατριαρχική, ιουδαϊκή-χριστιανική χαρακτηριστική της λευκής φυλής θεώρηση της ζωής, ο ρόλος της μητρότητας από τη μία εξυμνείται ως ο υπέρτατος ρόλος που μπορεί να καταξιωθεί να ζήσει μία γυναίκα αλλά και ο πιο σημαντικός ως τροφού και φροντίστριας για τη σωματική και ψυχονοητική ανάπτυξη των παιδιών που φέρει. Από την άλλη «ποινικοποιείται» μιας και οι μητέρες είναι πρωταθλήτριες στην ανεργία, τα παιδιά τους μένουν εκτός ολοήμερου σχολείου, δεν πληρούν τα κριτήρια για τους βρεφικούς σταθμούς και την προσχολική αγωγή, με το πρόσχημα ότι αφού η μητέρα είναι άνεργη μπορεί να τα φροντίζει στο σπίτι ή οι γυναίκες που απολύονται όταν δηλώνουν έγκυες ή υπογράφουν ότι δεν θα μείνουν έγκυες γιατί κινδυνεύουν με απόλυση ή ακόμη οι γυναίκες που παραιτούνται από τα ελάχιστα δικαιώματα προστασίας της μητρότητας όπως είναι το μειωμένο ωράριο. Η μητρότητα ποινικοποιείται για την αγορά εργασίας.

Η παραπάνω αποτελεί μία από τις πλευρές της «ποινικοποίησης». Μια άλλη πλευρά είναι η κοινωνική κατά την οποία η γυναίκα – μητέρα παραμένει πάντοτε μητέρα στο φαντασιακό της κοινωνίας, και ελάχιστα ερωμένη, εργαζόμενη, φίλη, γυναίκα (σκέτο), επιθυμώντας χρόνο για τον εαυτό της πέραν του γονεϊκού της ρόλου. Και όταν τον διεκδικεί αυτόν τον χρόνο, την μέμφονται.  

Η εικόνα της μητέρας – πρόσφυγα με το μωρό στην αγκαλιά «σαν την Παναγία με το Χριστό» σύμφωνα με τις επιταγές της μεσοαστικής, καπιταλιστικής, πατριαρχικής, ιουδαϊκής – χριστιανικής χαρακτηριστικής της λευκής φυλής θεώρησης της ζωής που έκανε το γύρω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τις γιορτές των Χριστουγέννων, υιοθετήθηκε κατά κόρον όχι μόνο από τα αστικά μέσα ως αποδεκτή κοινωνική αναπαράσταση της γυναίκας – πρόσφυγα.

Ο ρόλος της μητρότητας, ως ο πρωτεύον ρόλος μιας γυναίκας, είναι καλά εμποτισμένος στη συνείδηση της κοινωνίας σε βάρος των άλλων ρόλων που μπορεί να διαδραματίσει, και διαδραματίζει μια γυναίκα. Η κοινωνική αναπαράσταση του κοινωνικά αποδεκτού ρόλου της γυναίκας – μητέρας είναι αυτή που εντυπώνεται στην παραπάνω εικόνα. Όποιος άλλος ρόλος συνοδεύεται από σχόλια του τύπου, «Είσαι μανούλα» με επικριτικό τόνο ή από καθημερινές πρακτικές που μυωπικά απαξιώνουν το συνολικό ρόλο της γυναίκας στα μάτια του άντρα – συντρόφου. Αν δε μία γυναίκα – μητέρα είναι και διαζευγμένη, εκεί τα πράγματα αγριεύουν.

Το σώμα μπορεί να γίνει για τις γυναίκες ταυτοχρόνως πηγή ταυτότητας και φυλακή[2]. Ως άνθρωπος και γυναίκα αγωνίζομαι για την καθολική ανθρώπινη χειραφέτηση, για την έφοδο στον ουρανό. Αυτή η καθολική χειραφέτηση δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν συγχρονιστεί με την καθολική γυναικεία χειραφέτηση από την διπλή καταπίεση. Ας ξεκινήσει από την καθημερινή πρακτική στην τάξη μας και στην απεμπόληση πρακτικών, εν είδει κουτσομπολιού. Ας κάνουμε τη θεωρία πράξη στο εδώ και τώρα.

Η Μάνα          
Ανεβασμένη σ ένα βάθρο, ψηλά       
δεν είναι κάτι το ανθρώπινο   
έχει αναχθεί στη σφαίρα του απόλυτου, του θεϊκού  
Η Μάνα          
Ακούραστη, διανθισμένη με τα κοσμητικότερα επίθετα       
δεν πονάει για κείνη   
μόνο για τους άλλους, ζει και αναπνέει         
Η Μάνα          
Πανταχού παρών και τα πάντα εκπληρών      
Ένα “μαμά” αρκεί σε παιδικά χείλη  
Η Μάνα…      
αν την κόψεις, αίμα θα τρέξει από τις φλέβες της




[1] Hogg M. A., Vaughan G. M (2010)  Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα: Gutenberg
[2] Φεντερίτσι Σίλβια, Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα, Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση